Γράφει η Σοφία Δημητρίου
Καθίσανε δίπλα-δίπλα.
Όχι όπως στις αρχές — κοντά.
Μα ούτε και τόσο μακριά.
Ήταν εκείνη η απόσταση που αφήνεις όταν ξέρεις πως κάτι τελειώνει,
αλλά δεν θες να το παραδεχτείς ακόμη.
Εκείνος κρατούσε λουλούδια.
Όχι για επέτειο, ούτε για συγγνώμη.
Ίσως για όσα δεν ειπώθηκαν.
Ίσως γιατί ήταν η μόνη κίνηση που μπορούσε να κάνει
χωρίς να πει κάτι που θα τα έκανε χειρότερα.
Εκείνη είχε τα χέρια της δεμένα.
Μια άμυνα σιωπηλή.
Σαν να κρατούσε τον εαυτό της να μη λυγίσει.
Να μη θυμηθεί όλα όσα ήταν, όλα όσα θα μπορούσαν να είναι.
Και οι δυο τους, εκεί, σε ένα πεζοδρόμιο,
με τα βλέμματα να κοιτούν αλλού
και τα σώματα να λένε όλα όσα δεν τολμούσαν τα στόματα.
Δεν φώναξαν.
Δεν κατηγορήθηκαν.
Δεν χτύπησε κανείς την πόρτα φεύγοντας.
Μόνο λίγα ροδοπέταλα έπεσαν από το μπουκέτο του.
Όπως έπεφτε κι εκείνο το “μαζί” τους.
Αθόρυβα. Γλυκά. Σχεδόν τρυφερά.
Γιατί ναι, υπάρχουν και χωρισμοί που δεν είναι σκληροί.
Είναι αυτοί που μοιάζουν περισσότερο με αποχαιρετισμό.
Που δεν έχεις πια τι να δώσεις,
αλλά σέβεσαι τόσο τον άλλον,
που απλώς κάθεσαι δίπλα του λίγο ακόμη…
να τον θυμάσαι όπως ήταν.
Με ένα μπουκέτο λουλούδια στο χέρι.
Και μια αγάπη που ίσως άργησε μισή μέρα.
