Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Η μουσική είναι έντονη. Δεν έπρεπε να αφήσω τον εαυτό μου να ξανακυλήσει. Βρίσκομαι στο ίδιο κλαμπ που σύχναζα παλιά, εκεί που δεν υπάρχουν οι έρωτες. Μόνο οι επιφανειακές νύχτες, αυτές που από πάντα μου άρεσαν. Γιατί να δεθώ με κάποια; Είμαι νέος και θέλω τις εμπειρίες μου, από αυτές που είναι εφήμερες, που δεν απαιτούν την δημιουργία των συναισθημάτων.
Η οθόνη του κινητού μου έλαμψε. Ξαφνικά ένας αριθμός με καλούσε. Δεν τον γνώριζα, ή ίσως το γνώριζα και απλώς τον είχα σβήσει. Περίεργο, ποιος να με ψάχνει τέτοια ώρα; Αφήνω το κινητό στο τραπέζι και συνεχίζω εκεί που είχα μείνει. Στις εφήμερες γνωριμίες, στις απλές συνομιλίες που θα κατέληγαν σε ένα ερωτικό βράδυ. Το κινητό έλαμψε ξανά, αυτή τη φορά ήταν ένα μήνυμα. Φαινόταν μεγάλο, καθώς έπρεπε να το ανοίξω για να συνεχιστεί. Ήταν από τον ίδιο αριθμό.
Βγαίνω έξω και ανάβω ένα τσιγάρο, ήταν το τελευταίο που μου είχε μείνει. Ξεκινάω να διαβάζω το μήνυμα από τον άγνωστο αριθμό. Είχα περιέργεια να μάθω ποιος ήταν. Για να επιμένει τέτοια ώρα σήμαινε πως ήταν κάτι σημαντικό. Αλλά τι σημαντικό; Δεν υπάρχουν σημαντικά για εμένα.
“Είναι αργά, το ξέρω. Συγγνώμη για την ενόχληση. Θέλω να ξέρεις πως μου λείπεις. Μου λείπεις πολύ. Ξέρω ότι ήσουν ξεκάθαρος από την αρχή, δεν ήθελες ποτέ να με πληγώσεις…”
Τρίβω τα μάτια μου, μάλλον το αλκοόλ είχε αρχίσει να επιδρά στον οργανισμό μου. Προσπαθώ να καταλάβω ποια είναι πίσω από αυτό το μήνυμα. Δεν συνηθίζω να λαμβάνω μηνύματα από το παρελθόν, πόσο μάλλον από τις επιφανειακές καταστάσεις του.
“Έχουν περάσει πέντε μήνες από τότε που σταματήσαμε να βρισκόμαστε. Δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί. Μου είχες πει πως δεν συνηθίζεις να βγαίνεις ραντεβού και σου έκανε εντύπωση που βγαίναμε ένα χρόνο. Θέλω να προχωρήσω, όμως κάθε βλέμμα μου θυμίζει εσένα. Μου θυμίζει την ημέρα που μου είπες πως θέλεις να σταματήσουμε. Δεν ήθελες ποτέ να μου πεις τον λόγο. Πίστευα πως είχες αλλάξει, πως επιτέλους θα άφηνες την καρδιά σου να νιώσει, και είμαι σίγουρη πως ένιωσες κάτι. Θέλω να μάθω το γιατί. Θέλω να μάθω γιατί βρίσκεσαι σε κάθε άτομο που γνωρίζω. Θέλω να μάθω γιατί με άφησες.”
Το μυαλό μου επιστρέφει σε εκείνη. Σε εκείνη τη μια. Τελικά ο αριθμός ήταν από τους πιο γνώριμους. Ζητούσε εξηγήσεις μετά από τόσους μήνες. Οι λέξεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου με τεράστια ταχύτητα.
«Πίστευα πως είχες αλλάξει».
Κι εγώ. Η μάλλον, έτσι πίστευα.
«Είμαι σίγουρη πως ένιωσες κάτι. Θέλω να μάθω γιατί με άφησες».
Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Η μουσική έπαψε να παίζει για εμένα.
Όντως είχα νιώσει κάτι. Δεν ήξερα τι ήταν. Με τον καιρό συνήθισα, όμως βαθιά μέσα μου ήξερα πως δεν μπορούσα να σου προσφέρω αυτό που πάντα έψαχνες. Αυτό που μου εξηγούσες τα βράδια, όταν καθόμασταν με τις ώρες στο κρεβάτι. Τον αληθινό έρωτα. Χαίρομαι που κατάλαβες πως δεν ήθελα να σε πληγώσω.
Πριν διαγράψω το μήνυμα, χαμογέλασα. Όλες σου οι λέξεις κατάφεραν να φύγουν από το μυαλό μου. Έμειναν μόνο οι αναμνήσεις, εκείνο το κορίτσι που έκανε όνειρα και αγαπούσε τα πάντα γύρω της. Το πιο σημαντικό είναι πως αγάπησες εμένα, παρόλο που δεν το ήθελα. Με κάθε τρόπο ήσουν σαν ασπίδα, με πρόσεχες. Πάντα θα έχεις μια μικρή θέση στην καρδιά μου, όμως όχι στη ζωή μου. Δεν σου αξίζω.
