Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Όχι όταν όλα είναι εύκολα. Όχι όταν θα σου λέω όσα θέλεις να ακούσεις. Όχι όταν θα είμαι η εκδοχή του εαυτού μου που αγαπιέται χωρίς κόπο. Εκεί δεν δοκιμάζεται τίποτα. Εκεί μένουν όλοι. Θέλω να ξέρω αν θα με περιμένεις όταν θα κουβαλάω τις ήττες μου σαν πέτρες στην πλάτη. Όταν θα γυρίζω σπίτι κουρασμένος από τον κόσμο και ακόμα πιο κουρασμένος από τον εαυτό μου. Όταν δεν θα έχω τίποτα εντυπωσιακό να σου προσφέρω πέρα από την αλήθεια μου.
Γιατί ο χρόνος είναι αδίστακτος. Παίρνει τη λάμψη, τις βεβαιότητες, τα μεγάλα λόγια και τα κάνει σκόνη. Κι ύστερα αφήνει δύο ανθρώπους απέναντι ο ένας στον άλλον χωρίς φίλτρα, χωρίς εντυπώσεις, χωρίς δικαιολογίες. Μόνο με αυτό που πραγματικά είναι. Κι εκεί φαίνεται ποιος αγαπά και ποιος αγαπούσε απλώς την ιδέα της αγάπης.
Δεν φοβάμαι μήπως σταματήσεις να με αγαπάς. Φοβάμαι μήπως σταματήσεις να με διαλέγεις. Γιατί οι περισσότερες σχέσεις δεν πεθαίνουν από έλλειψη συναισθήματος. Πεθαίνουν από αδιαφορία. Από συνήθεια. Από εκείνο το ύπουλο «το έχουμε δεδομένο». Μέχρι που ένα πρωί δύο άνθρωποι ξυπνούν στο ίδιο κρεβάτι και νιώθουν πιο ξένοι κι από περαστικοί σε στάση λεωφορείου.
Θα με περιμένεις λοιπόν;
Όχι στην πόρτα. Στην ψυχή σου. Εκεί που φυλάς όσους έχουν σημασία. Γιατί εγώ δεν ψάχνω μια γυναίκα να με θαυμάζει. Δεν ψάχνω μια γυναίκα να με σώσει. Ψάχνω εκείνη που όταν θα έρθουν οι δύσκολες μέρες, δεν θα ψάχνει τον πιο κοντινό δρόμο διαφυγής. Εκείνη που θα με κοιτάξει στα μάτια και θα πει «δεν μου αρέσει αυτό που γίναμε, αλλά αξίζεις αρκετά για να παλέψω».
Αυτό για μένα είναι έρωτας. Όχι τα λουλούδια. Όχι οι υποσχέσεις. Όχι τα μεγάλα λόγια που χάνονται μόλις φυσήξει λίγο αέρας. Έρωτας είναι η απόφαση να μένεις όταν έχεις κάθε δικαίωμα να φύγεις.
Γι’ αυτό σε ρωτάω. Όχι αν μ’ αγαπάς. Αυτό είναι εύκολο. Θα με περιμένεις όταν η ζωή προσπαθήσει να μας χωρίσει από εμάς τους ίδιους; Γιατί τότε είναι που ξεχωρίζουν όσοι πέρασαν από τη ζωή μας από εκείνους που ήρθαν για να μείνουν.
