Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Ούτε και εγώ δεν ήξερα τι έψαχνα να βρω! Μέσα στο θόρυβο αναζητούσα τη σιωπή. Μέσα στη φασαρία έψαχνα να βρω γαλήνη και ξανά από την αρχή. Καραδοκούσα πάντα στη γωνία για μια δεύτερη ευκαιρία, και μόλις την έπαιρνα έκανα ξανά το ίδιο λάθος, να εμπιστευτώ.!
Φοβόμουν το σκοτάδι και όμως το επιζητούσα! Φοβόμουν την απόρριψη και κάθε κίνηση γινόταν πάλι μάταια. Τριγυρνούσα σαν τρελή, να βρω κάποιον να σου μοιάζει, και όλες οι επιλογές μου στερούνταν και από κάτι. Ανησυχούσα τις νύχτες, μη μείνω μόνη μου ξανά, και η μοναξιά μου χτυπούσε τη πόρτα και με πλαισίωνε ύπουλα σε κάθε βήμα που θα έκανα. Ήταν εκεί δίπλα μου και είχε χτίσει τοίχο, μην τυχόν και κάποιος θελήσει να περάσει.
Αναρωτιόμουν το γιατί, και όλες μου οι απαντήσεις πέφταν στο κενό, σαν να μην έβρισκαν πλευρά να ακουμπήσουν. Σαν να μην ήξεραν που να πάνε, που να σταθούν και που να σταματήσουν.
Αλήθεια, δεν ήξερα, μέχρι τη μέρα που έμαθα.
Ήθελα κάποιον, λοιπόν, που να μένει. Να μην εμφανίζεται τις νύχτες και τη μέρα γίνεται καπνός. Ήθελα κάποιον που να μπορώ να τον γνωρίσω από την αρχή, μέχρι το τέλος. Να βαδίζω μαζί του ακόμα και να οι πληγές του πονάνε. Να γνωρίσω το μέσα του και να μείνω. Έψαχνα αυτόν που θα ταιριάζει η μυρωδιά του με τη δικιά μου, που οι λέξεις μας θα αντάμωναν όταν θα είχαν κάτι να πουν και οι νύχτες μας θα έπαιρναν φωτιά ενώνοντας τα κορμιά μας κάθε φορά που θα πετούσαν σπίθες έρωτα.
Έψαχνα το άλλο. Εκείνο το μισό που γίνεται «ένα», και η λέξη «μαζί» θα αντάμωνε τη «μπέσα» αυτή που λένε μερικοί σαν καραμέλα τονίζοντας το άδικο, σαν να μην έχουν τίποτα άλλο να πουν.
Έψαχνα την αγάπη τελικά, μέσα στην υποκρισία και την αλήθεια που έπρεπε να ειπωθεί σε ανθρώπους που δεν είχαν το φιλότιμο να τη παραδεχτούν.
Έψαχνα εντέλει, αυτό που δεν είχα βρει. Μιαν αγάπη, μιαν αλήθεια και ένα φιλί, από εκείνα τα μεγάλα που σε γεμίζουν δύναμη, μέχρι το επόμενο πρωί.
