Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ο Μίλτος, έλα μη με ρωτάς ποιος Μίλτος, είπε την πιο απλή αλήθεια που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία πριν από την Ιστορία, τη Γεωγραφία και τα Θρησκευτικά.
«Μάθετε στους γιους σας να μην είναι μαλάκες. Τα κορίτσια δεν είναι κτήμα κανενός».
Και κάπου εκεί τελειώνει μια ολόκληρη συζήτηση που άλλοι προσπαθούν να αναλύσουν με χιλιάδες λέξεις.
Ο Κότσιρας πάλι δεν είπε πολλά.
Έκανε.
Πριν ξεκινήσει η συναυλία του, πριν ανάψουν τα φώτα και αρχίσουν τα χειροκροτήματα, έδωσε χρόνο σε ανθρώπους με προβλήματα όρασης να αγγίξουν τα μουσικά όργανα. Να γνωρίσουν τη μουσική από εκεί που γεννιέται. Από την πηγή του ήχου.
Και λίγο αργότερα στάθηκε δίπλα στον μικρό Θανάση.
Όχι μπροστά του.
Όχι από πάνω του.
Δίπλα του.
Και τραγούδησαν μαζί.
Κι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καμία σημασία πως ο μικρός δεν μπορούσε να δει.
Γιατί χιλιάδες άνθρωποι έγιναν τα μάτια του.
Και ο Κότσιρας του έδειξε πως η ανθρωπιά δεν χρειάζεται μικρόφωνο για να ακουστεί.
Ξέρεις τι έμαθα από τις συναυλίες τόσα χρόνια;
Πως η σκηνή είναι ο πιο ύπουλος καθρέφτης.
Εκεί δεν ξεγυμνώνεται η φωνή.
Ο χαρακτήρας ξεγυμνώνεται.
Το ταλέντο μπορεί να προβαριστεί.
Η ψυχή όχι.
Η ατάκα που θα πεις αυθόρμητα, το πώς θα κοιτάξεις έναν άνθρωπο στο κοινό, το αν θα σκύψεις ή θα υψωθείς, το αν θα κάνεις χώρο για κάποιον άλλο ή θα γεμίσεις τη σκηνή μόνο με τον εαυτό σου, αυτά δεν γράφονται σε πρόγραμμα.
Δεν σκηνοθετούνται.
Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις ποιοι είναι καλλιτέχνες και ποιοι είναι άνθρωποι που έτυχε να γίνουν διάσημοι.
Σε έναν κόσμο που φωνάζει διαρκώς «κοίτα με», εγώ θα ψάχνω πάντα εκείνους που ψιθυρίζουν «έλα δίπλα μου».
Σε έναν κόσμο που έχει αρρωστήσει από υπερ-εγώ, από εικόνα, από δήθεν ευαισθησίες και επιλεκτική ανθρωπιά, θα γεμίζω τα καλοκαίρια μου με ανθρώπους που έχουν ακόμα καρδιά.
Με ανθρώπους που δεν παίζουν τον ρόλο του ανθρώπινου.
Είναι.
Δεν θα σου πω ποιον να ακούς.
Η μουσική δεν είναι θρησκεία για να στρατολογεί πιστούς.
Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του ακούσματα, τις δικές του πληγές, τις δικές του αναμνήσεις.
Εγώ πάντως θα συνεχίσω να χάνομαι κάπου ανάμεσα στον Μίλτο και τον Κότσιρα. Στον Παπακωνσταντίνου και τον Οδυσσέα Ιωάννου (μου). Θα δραπετεύω με Πυξ Λαξ και Πορτοκάλογλου και θα γυρνάω στις μνήμες μου αναζητώντας τον Νταλάρα κι αναπολώντας τη Χαρούλα εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια στο Βεάκειο κι ένα παράπονο χρόνια τώρα “Αχ βρε Λαυρέντη..” Και θα αφήνω τα εφηβάκια μου να μου συστήνουν τον ΛΕΞ και τον Bloody Hawk.
Γιατί τελικά η μουσική δεν επιβάλλεται.
Όπως δεν επιβάλλεται και η αγάπη.
Η μουσική συναντά ανθρώπους.
Συναντάς ένα βράδυ στο Ηρώδειο τον Νταλάρα να παίρνει από το χέρι την Χαρούλα (του) και να τραγουδούν Σμυρνέικα, αφού πρώτα με πονηρό βλέμμα του έχει κάνει τη δύσκολη.
Συναντάς τον Παπακωνσταντίνου στο Βεάκειο, να γεμίζει το χώρο με μια γλυκιά ένταση και κοιτά χαμογελώντας ένα νεαρό ζευγάρι που εξομολογείται μέσα στους στίχους του.
Συναντάς χρόνια πριν τον Πασχαλίδη να κοιτά κατάματα τον Μικρούτσικο σ’εκείνη την τελευταία συναυλία στο Βράχων και να διαβάζει το χρόνο που μένει. Συναντάς τον Οδυσσέα Ιωάννου.. τον Οδυσσέα που κάθε λέξη είναι αγκαλιά και μαχαιριά..
Και να θυμάσαι, οι άνθρωποι, όταν είναι αληθινοί, ακούγονται πολύ πιο δυνατά από τα τραγούδια τους.
