Γράφει η Βίκυ Πλευρίτη
«Σε θέλω» του είπε, μόλις τον είδε και έπεσε στην αγκαλιά του.
Και εκείνος άνοιξε τα χέρια του και την έβαλε μέσα του να τη ζεστάνει!
Είχε τον τρόπο του να την κάνει να αισθάνεται γυναίκα και ταυτόχρονα μικρό παιδί, που μόνο μέσα στην αγκαλιά του ένιωθε ασφάλεια.
Αφού τα δευτερόλεπτα πέρασαν κ έγιναν λεπτά εκεί στάσιμοι στο μέσο της πλατείας, αισθάνθηκαν και οι δυο όπως τότε, πριν καιρό και ο χρόνος που είχε περάσει τους είχε χωρίσει στη ζωή μεν, αλλά οι καρδιές τους δεν είχαν χωριστεί!
Η έλξη ήταν η ίδια και η φωτιά που είχε σβήσει άρχισε πάλι να φουντώνει. Τόσο που και τα πρόσωπα και των δύο κοκκίνισαν. Τα ένιωσαν να φλέγονται.
Τα σώματά τους μόνο να ακουμπούν το ένα το άλλο ήθελαν.
Πήγαν και καθίσαν στο διπλανό καφέ, δίπλα δίπλα όπως κάθονταν πάντα, ο ένας γερμένος πάνω στον άλλον άρχισαν να μιλούν, να λένε ότι είχε μεσολαβήσει, ότι ήθελαν να μοιραστούν! Και ήταν πολλά, ήταν όλη τους η ζωή, η δουλειά η οικογένεια, τα παιδιά. Μονάχα στα όνειρα του καθενός όταν έφτασαν σταμάτησαν και κόμπιασαν γιατί μπροστά τους ξεπρόβαλαν τα δικά τους τα κοινά που δεν κατάφεραν και δε θα έκαναν ποτέ πραγματικότητα και το ήξεραν καλά. Αυτό ήταν που τους πονούσε και τους δύο.
Μόνο ότι ήταν μαζί σε κείνο το τραπέζι εκείνη τη στιγμή τους έφτανε, τους ολοκλήρωνε! Εκείνος την έπαιρνε αγκαλιά να της ζεστάνει την ψυχή και εκείνη τον χάιδευε στο μέτωπο, στο πρόσωπο και τον κοιτούσε, τον αποτύπωνε από άκρη σε άκρη μην τάχα και τον ξεχάσει!
Η ώρα περνούσε και ξέρανε πως σε λίγο θα ξαναχωριστούν, το ήξεραν πως θα ήτανε για πάντα αυτή τη φορά.
Τα μάτια τους πέταγαν φωτιές, κόμποι στο λαιμό γίνονταν η επιθυμία και των δυο και το καρδιοχτύπι ακουγόταν ακόμα και στα αυτιά του σερβιτόρου.
Πάμε, του είπε, θέλω να σε νιώσω! Θέλω να ενωθούμε!
Ούτε θυμούνται πως περπάτησαν ως το απέναντι ξενοδοχείο. Δεν περπατούσαν, σα να ακροβατούσαν έφτασαν, ανάμεσα στη δίνη τους και σε οργασμούς της επιθυμίας τους.
Βγάλαν τα ρούχα τους και έγιναν ένα! Άντρας και γυναίκα υπάκουαν ο ένας τον άλλο δίχως αγριότητα, δίχως πρόστυχα κόλπα. Βυθίστηκαν ο ένας στη θάλασσα του άλλου και κράτησαν τις αναπνοές τους όσο μπορούσαν και τις έβγαλαν και οι δυο ταυτόχρονα λυτρωτικά μόλις λίγο προτού χάσουν τις αισθήσεις τους! Ανάσαναν ξανά. Πήραν ζωή ο ένας από τον άλλον!
Σα σε παραλήρημα, αγκαλιαστήκαν και ένιωσαν πως όλα αυτά τα όνειρα που έβλεπαν και οι δυο τους κάτι νύχτες άγριες που ζούσαν χώρια είχαν πάρει τίτλους τέλους. Μια απωθημένη αγάπη είχε μόλις λυτρωθεί και αυτή τη στιγμή δεν τους ένοιαζε για πόσο ακόμα θα το άντεχαν.
Ο χρόνος δεν τους βοήθησε καθόλου γιατί εκείνη την ημέρα βρήκε να τρέχει σαν τρελός και οι ώρες να κυλούν σαν τα δευτερόλεπτα!
Σε αγαπάω όσο δεν εχώ ξαναγαπήσει! Της είπε ή του είπε;
Κανένα νόημα δεν είχε για κανένα, ποιος το είπε, γιατί μια γυναίκα και ένας άντρας, αυτή και αυτός ήταν για πάντα «ένα»!
