Γράφει η Κική Γ.
Θυμήσου εκείνες τις ημέρες που τον είχες στην αγκαλιά σου. Δεν έβλεπες τίποτε γύρω σου. Το χρώμα σου ήτανε το κόκκινο και ο έρωτας σου για ‘κείνον εντελώς τυφλός. Μετρούσες το κάθε λεπτό μαζί του. Μύριζες τα σεντόνια που άφησε το κορμί του, άγγιζες τα χείλη σου και τον ένιωθες εκεί.
Θυμήσου τις ώρες που περίμενες στο παράθυρο μήπως ξεμυτίσει και έβγαινε μ´ εκείνη τη γυναίκα που τον αγαπούσε τρελά, τον πρόσεχε, τον σεβόταν. Εσύ παρακαλούσες να “στραβώσει” κάτι μεταξύ τους και να απελευθερωθεί και να έχει εσένα στο πλάι του. Μέρα, νύχτα το ίδιο όνειρο.
Το προκάλεσες τελικά. Έκανες τα πάντα να συμβεί, χωρίς να είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Δεν σε ένοιαζε αν είναι άτιμο. Ήθελες μόνο εκείνον. Τρελά, αρρωστημένα.
Ώσπου τα κατάφερες. Τον “έκλεψες” και ένιωσες η πιο ευτυχισμένη γυναίκα. Δεν ήθελες τίποτε άλλο. Καμάρωνες και έκανες τα πάντα για αυτόν, όπως έκανε κι εκείνη.
Δε σκέφτηκες ούτε στιγμή πόσο πόνεσε με τη φυγή του. Δεν ήρθες ποτέ στη θέση της τότε. Εκείνη διαλύθηκε, γιατί έτσι απλά την άδειασε και της έκλεισε την πόρτα.
Τώρα πήρες τον ίδιο πόνο που προκάλεσες. Ο εγωισμός σου και η ματαιοδοξία σου ξεφτιλίστηκαν και μαζί τους κι εσύ. Σε παράτησε το ίδιο εύκολα. Πήγε στην επόμενη και μετά στην επόμενη.
Τόσος είναι. Ένα κενό κουφάρι που σέρνεται από κρεβάτι σε κρεβάτι και διαλύει ψυχές. Τόσο ψηλά είχες τον πήχη. Τι νόμιζες; θα ήσουνα η εξαίρεση; Όχι βέβαια.
Ό,τι έκανε στην προηγούμενη, έκανε και σ´ εσένα. Τέτοιο είναι το ύφασμα. Δεν αλλάζει και ούτε θέλει να αλλάξει.
Πάρε τώρα το μάθημα σου και να θυμάσαι. Τα πάντα πληρώνονται σ´ αυτή τη ζωή
