Γράφει η Ελένη Σάββα
Σε έψαξα παντού. Εκείνη τη νύχτα και κάθε νύχτα, σε έψαχνα παντού.
Μάντεψε… Δεν σε βρήκα πουθενά. Όσο κι αν έψαξα, όποιο αστέρι κι αν ρώτησα, εσύ πουθενά.
Αναρωτιόμουν που βρισκόσουν. Πώς μπορούσες να κρύβεσαι τόσο καλά;
Πού κρυβόσουν; Δεν είχες άραγε ανάγκη να με δεις; Ή μήπως ήσουν κάπου που μπορούσες να με δεις αλλά εγώ όχι; Είχες βρει μάλλον την καλύτερη κρυψώνα… Ποιος να ξέρει.
Ποιος να ξέρει πού και γιατί. Ακόμα κι εσύ, αμφιβάλλω αν ξέρεις. Ένα είναι το σίγουρο! Δεν θα το αποκαλύψεις ποτέ αυτό.
Κι εγώ θα μείνω πάντα να κρατιέμαι από εκείνη την κλωστή, θα μείνω πάντα να περπατάω σε εκείνο το τεντωμένο σχοινί κοντά στα αστέρια με ένα κόκκινο μπαλόνι στο χέρι…
Ναι, μ’ ενα μπαλόνι στο χέρι. Ξέρεις τι θα είναι το μπαλόνι μου; Τα όνειρα μου. Τα όνειρα μας, -αν με αφήνεις – να πω. Τα όνειρα που δεν έχω ξεχάσει, κι ούτε θα ξεχάσω μάλλον ποτέ. Θα περπατάω σ’ένα τεντωμένο σχοινί προσεκτικά να μην πέσω, θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα, μα θα κρατάω το μπαλόνι μου. Ότι κι αν γίνει, το μπαλόνι μου δεν το αφήνω. Κι ας μου πληγώσει το χέρι το σχοινί του.
Κι ας κουραστω να έχω στην ίδια θέση το χέρι μου. Θα το κρατάω. Σφιχτά, και με αγάπη.
Κι αν πάω να πέσω, θα προσπαθήσω να βρω ισορροπία απ’ το μπαλόνι μου. Έτσι έχω μάθει, να κρατάω σφιχτά τα όνειρα μου, κι όχι να τα αφήνω να πέφτουν σε μια δυσκολη στιγμή…
