Γράφει η Νίκη Σταματοπούλου
«Αν με θέλει, θα με ψάξει» σκέφτηκαν κι οι δυο. Και κάπου εκεί τελείωσε μια ιστορία πριν καν προλάβει να αρχίσει σωστά. Όχι από έλλειψη συναισθήματος. Από φόβο. Από εγωισμό. Από εκείνη τη σιωπηλή αναμέτρηση του ποιος θα λυγίσει πρώτος.
Ήθελα να πιστεύω πως όταν υπάρχει κάτι αληθινό, βρίσκει τρόπο. Αλλά έμαθα πως καμιά φορά χάνεται όχι επειδή δεν ήταν δυνατό, αλλά επειδή κανείς δεν έκανε το βήμα. Κι έτσι μένεις με μια σκέψη που δεν ειπώθηκε ποτέ, με ένα μήνυμα που δεν στάλθηκε, με μια αγκαλιά που έμεινε ιδέα.
Δεν ήταν περηφάνια. Ήταν ανασφάλεια ντυμένη αξιοπρέπεια. Ήταν το «δεν θα εκτεθώ», το «δεν θα φανώ εγώ πιο πολύ». Κι όσο κρατιόμασταν πίσω, τόσο απομακρυνόμασταν. Μέχρι που η απόσταση έγινε συνήθεια και η συνήθεια τέλος.
Το πιο σκληρό δεν ήταν ότι δεν βρεθήκαμε ξανά. Ήταν ότι και οι δύο πιστέψαμε το ίδιο ψέμα. Ότι αν αξίζει, θα έρθει μόνο του. Ότι αν είναι γραφτό, δεν χρειάζεται προσπάθεια. Κι έτσι αφήσαμε την επιθυμία να στέκεται ακίνητη, περιμένοντας κάποιον να την κινήσει.
Οι ιστορίες που χάνονται έτσι δεν έχουν δράμα. Έχουν σιωπή. Και η σιωπή δεν πονάει αμέσως. Πονάει μετά. Όταν συνειδητοποιείς ότι δεν έφταιξε κανείς και ταυτόχρονα φταίξατε κι οι δύο. Γιατί καμιά φορά η αγάπη δεν χρειάζεται σημάδια. Χρειάζεται πράξεις.
Σήμερα ξέρω κάτι απλό. Όποιος θέλει, ψάχνει. Αλλά και όποιος θέλει, απαντά. Γιατί οι σχέσεις δεν είναι παιχνίδι υπομονής. Είναι συνάντηση. Κι όταν δύο άνθρωποι περιμένουν ο ένας τον άλλον, το μόνο σίγουρο είναι πως θα χαθούν.
