Γράφει ο Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε. Όχι για να κρατηθούμε σφιχτά, όχι για να υποσχεθούμε αιώνες, αλλά για να επιβεβαιώσουμε πως τίποτα μέσα μας δεν πήγε χαμένο. Ότι οι διαδρομές μας, όσο διαφορετικές κι αν ήταν, είχαν λόγο που χαράχτηκαν έτσι.
Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Πιστεύω στους ανθρώπους που κουβαλούν την ιστορία τους σαν βάρος και φτάνουν στη συνάντηση έτοιμοι. Με πληγές που δεν κρύβονται και βλέμμα που δεν παζαρεύει. Όταν σε είδα, δεν ένιωσα έκπληξη. Ένιωσα αναγνώριση. Σαν να συναντάς κάτι που δεν ήξερες πως έψαχνες, αλλά ήξερες πως υπάρχει.
Δεν ήρθες να γεμίσεις κενά. Ήρθες να φωτίσεις γωνίες. Να μου δείξεις πως όσα έμαθα, όσα άντεξα, όσα πλήρωσα, είχαν νόημα. Γιατί αν δεν είχα γίνει αυτός που είμαι, δεν θα μπορούσα να σε δω όπως σου αξίζει. Και αν δεν είχες γίνει εσύ, δεν θα στεκόσουν απέναντί μου έτσι καθαρά.
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε, ακόμη κι αν η ζωή δεν μας κράτησε. Γιατί δεν μετριούνται όλες οι συναντήσεις με διάρκεια. Κάποιες μετριούνται με βάθος. Με εκείνη τη σιωπηλή αλήθεια που λέει «σε είδα» και δεν χρειάζεται συνέχεια.
Δεν μετανιώνω για τίποτα πριν από εσένα. Ούτε για τις λάθος επιλογές, ούτε για τις καθυστερήσεις, ούτε για τις ήττες. Ήταν όλα απαραίτητα. Με έφεραν εδώ. Σε αυτή τη στιγμή που ξέρω ποιος είμαι και μπορώ να σταθώ απέναντί σου χωρίς ρόλους, χωρίς φόβο, χωρίς να ζητάω κάτι περισσότερο από αυτό που είναι.
Αν τελικά ο δρόμος μας χωρίσει, δεν θα πω «δεν άξιζε». Θα πω «έπρεπε». Γιατί κάποιες συναντήσεις δεν έρχονται να αλλάξουν το μέλλον. Έρχονται να δικαιώσουν το παρελθόν και να σε αφήσουν λίγο πιο ακέραιο απ’ ό,τι ήσουν πριν.
Κι αυτό, για έναν άντρα που έμαθε να αντέχει, είναι αρκετό.
