Blog

Γράφει η Μπάρμπυ Κορμαρή

Περασμένα μεσάνυχτα. Σκοτάδι. Τα φώτα κλειστά και το μόνο που μπορεί να διακρίνει είναι η καύτρα από το τσιγάρο, που αργοσβήνει στο χέρι της. Από την τραβηγμένη κουρτίνα βλέπει την λάμπα του δρόμου, που τρεμοπαίζει και ξαφνικά σβήνει κι αυτή. Κάπου στο βάθος ακούγεται μια μουσική, σαν μελωδία ξεχασμένη από κάποιο ραδιόφωνο.

Κι εκείνη ένα κουβάρι στη γωνιά του καναπέ, να σχηματίζει μηχανικά κύκλους με το δάχτυλό της στο μαξιλάρι. Στο μαξιλάρι του. Τα μαλλιά της ανακατεμένα και τα μάγουλά της μουσκεμένα από τα δάκρυα που εδώ και ώρα δε λένε να σταματήσουν. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει από το στήθος της. Τι θα κάνει τώρα;

Νιώθει τόσο εξαντλημένη και συνάμα τόσο άδεια αυτή τη νύχτα. Από τότε που έφυγε εκείνος έπαψε να κοιμάται. Δεν αντέχει το άδειο κρεβάτι. Δεν αντέχει να απλώνει το χέρι και να μην τον αγγίζει. Δεν αντέχει να μην ακούει την ανάσα του να τη νανουρίζει. Δεν αντέχει να μη νιώθει το χάδι του. Κουλουριασμένη στον καναπέ περνάει τις νύχτες αγκαλιά με το μαξιλάρι του. Βυθίζει σ’ αυτό το πρόσωπό της και προσπαθεί να ανασάνει τη μυρωδιά του, όση έχει απομείνει. Για πόσο ακόμα; Σε λίγο θα εξατμιστεί.

Νιώθει τόσο κουρασμένη. Έχει μουδιάσει, λες και δε μπορεί να νιώσει τίποτα. Μόνο ένα κενό υπάρχει μέσα της, ένα απέραντο κενό. Και το μόνο που θέλει είναι να σταματήσει να σκέφτεται, να σταματήσει να πονάει. Έτσι κι αλλιώς δε μπορεί να κάνει τίποτα. Εκείνος είναι μακριά, κι εκείνη δε μπορεί να συνηθίσει την απουσία του. Πρέπει να προσπαθήσει να είναι δυνατή. Αργότερα όμως. Όχι τώρα. Τώρα το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί. Να μπορέσει ξανά να κλείσει τα μάτια της, χωρίς να τη στοιχειώνουν οι φόβοι της. Να μπορεί να κοιμάται ήσυχα, σαν να μην της είχε διαλύσει κανείς εκείνες τις νύχτες. Εκείνες τις νύχτες που γαλήνευε στην αγκαλιά του. Τότε που πίστευε ότι το δικό τους «μαζί» είναι δυνατό και ανίκητο.

Ώρες ώρες θέλει να φωνάξει. Θέλει να ουρλιάξει, να βρίσει, να τα σπάσει όλα. Να τα βάλει με την πουτάνα τη μοίρα, που όρισε την ζωή τους ερήμην τους. Να τα βάλει με τον εαυτό της, με όλα εκείνα τα «αν» που τη βασανίζουν. Λες και μπορεί κανείς να αλλάξει τη μοίρα…

Ανάβει άλλο ένα τσιγάρο και ρουφάει άπληστα τον καπνό, που της καίει το λαιμό. Τα μάτια της τσούζουν από τα δάκρυα και οι δυνάμεις της την έχουν εγκαταλείψει. Αφήνει το σώμα της να γλυστρήσει στον καναπέ. Βουλιάζει και χάνεται. Άλλη μια νύχτα που τον αναζητά. Άλλη μια νύχτα που ψάχνει τα κομμάτια της, ό,τι έχει απομείνει. Άλλη μια νύχτα που προσπαθεί να βρει τη δύναμη να σηκωθεί από τον καναπέ και δεν μπορεί. Άλλη μια νύχτα που δεν τα κατάφερε. Ξημερώνει. Αύριο πάλι…

BY:

bkormari@yahoo.gr

Χαμογέλα... κι όλα μπορούν να συμβούν!