Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ποιος σου είπε πως είναι εύκολο να χτίσεις ένα σπιτικό;
Το σπίτι και το σπιτικό δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Το σπίτι θέλει λεφτά, σχέδιο, μαστόρους, μπετό και κεραμίδι.
Θέλει να διαλέξεις πάτωμα, κουφώματα και χρώμα στους τοίχους.
Το τελειώνεις και λες “το ’χτισα”.
Το ασφαλίζεις για να είσαι καλυμμένος και η ζωή προχωρά.
Το σπιτικό, όμως, είναι άλλη ιστορία.
Το σπιτικό δεν έχει πάτωμα – έχει χέρια να σε σηκώνουν όταν πέφτεις.
Δεν έχει πόρτες ασφαλείας – έχει καρδιές ανοιχτές να σε χωρούν όπως είσαι.
Δεν έχει εσωτερική διαρρύθμιση – έχει ανθρώπους που ξέρουν πού να σταθούν, χωρίς να τους δείξεις.
Δεν το χτίζουν μόνο οι εξ’αίματος δεσμοί.
Το σπιτικό φτιάχνεται και με οικογένειες που δημιουργήθηκαν κατ’ επιλογή και που στάθηκαν, ακόμα και όταν όλα έσπασαν.
Με φίλους που δεν το έβαλαν στα πόδια όταν σκοτείνιασες.
Με ανθρώπους που σου κράτησαν το χέρι χωρίς να ρωτήσουν γιατί.
Με εκείνους που μπήκαν, έκατσαν στο πάτωμα μαζί σου, και έμειναν μέχρι να ξαναβρείς το φως.
Ένα σπιτικό μπορεί να χτιστεί σε μια γκαρσονιέρα με δύο ποτήρια και μισό φως,
φτάνει να υπάρχει ζεστασιά στις φωνές,
γεύση στα “πέρασε να τα πούμε”,
και αλήθεια στα “σε σκέφτηκα”.
Το σπιτικό φτιάχνεται με καφέδες στην κουζίνα, με γέλια χωρίς εξήγηση, με σιωπές στο σαλόνι που δεν σε βαραίνουν, με ανθρώπους που δεν σε ρωτούν τι έχεις, γιατί ήδη ξέρουν.
Στο σπιτικό γυρνάς κάθε φορά και έχει δική του αίσθηση, δική του μυρωδιά. Είναι καταφύγιο και ζώνη ασφαλείας.
Δεν θέλει πολυτέλεια. Θέλει παρουσία.
Θέλει να έχεις ανθρώπους που λες “αν λυγίσω, εκεί θα πάω”.
Να υπάρχουν εκείνοι που θα σου βάλουν ένα πιάτο φαΐ και θα κάτσουν απέναντί σου χωρίς πολλά λόγια, γιατί η θαλπωρή δεν φωνάζει – ανασαίνει.
Γι’ αυτό, μη μπερδεύεσαι.
Το σπιτικό δεν είναι το μέρος που μένεις.
Είναι ο λόγος που γυρνάς.
