Γράφει η Γεώρα
Ο έρωτας θέλει ρίσκο. Και η ζωή και λίγη τύχη. Εγώ για σένα ρίσκαρα, απλά μου έλειπε η τύχη εκείνη τη στιγμή και η αφελής, η τυφλωμένη από την ελπίδα του έρωτα, σε πίστεψα.
Έβαψα με κόκκινο κάθε αμφιβολία μου, πήρα αγκαλιά το ψέμα σου, το έκανα κομμάτι μου, κομμάτι που του φέρθηκα με τρυφερότητα. Κομμάτι δικό μου, όπως και σε ήθελα να σε έχω δικό μου, μόνο δικό μου. Έλεγα στη φωνή της λογικής να σταματήσει, ποιος(;) εγώ, που πάνω απ’ όλα η λογική μου ήταν πάντα.
Αλλά βλέπεις την πάτησα και ενώ έβλεπα, έκανα τα στραβά μάτια. Καλά να πάθω(!) δεν θα μου κρυφτώ. Ευελπιστούσα για μια αλλαγή. Ήταν και οι λέξεις σου που ενέπνεαν ασφάλεια. Ήταν η ανακούφιση που προσέφερε το σώμα σου, στο σώμα μου. Ήταν η κοροϊδία που μου στοίχισε. Ήταν τα νεύρα μου που έγιναν κολλητάρια με τη λογική μου και την πραγματικότητα. Ήταν το γαμώτο, των συναισθημάτων μου! Ήταν, γιατί μπορεί εγώ να δέχτηκα το ψέμα, αλλά εσύ μου το πούλησες με δόσεις αγάπης.
Εκείνο το μήνυμα στο τηλέφωνο. Εκείνη κεραμίδα στο κεφάλι. Εκείνο το απαθές βλέμμα στο. Η ζωή μου όλη κομμάτια. Διπλό ταμπλό ο κύριος σκέφτηκα. Στα μάτια μου η αγανάκτηση ήταν σαν φωτιά που καίει. Το ξέσπασμά μου, ολέθριο. Όπως σε έφτασα εκεί που είσαι, έτσι θα σε γκρεμίσω. Μα πρώτα θα αγκαλιάσω εμένα. Παρά την ψυχική μου κούραση, θέλω να είμαι παρών, να υπάρχω στη ζωή μου. Μπορεί να με πρόδωσες, όμως η ζωή συνεχίζεται.
Σε πίστεψα γιατί ήσουν καλός ηθοποιός, γιατί υπήρξα αφελής, όμως τώρα, σε πετάω έξω από τη ζωή μου σαν μαρκαδόρο που πλέον δεν γράφει και τον πετάς, έτσι και με εσένα. Σε τελειώνω από τη ζωή μου μια και καλή!
