Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Μου δώσανε λοιπόν χαρτί και μολύβι και μου ζήτησαν να γράψω για σένα.
Πώς να βρω λέξεις να σε περιγράψω;
Πώς να βρω λόγια να περιγράψω όλα όσα νιώθω;
‘Ο,τι κι αν γράψω θα είναι λίγο μπροστά σε σένα.
Και δεν είναι επειδή είσαι τέλειος. Δεν είσαι.
Είναι επειδή μπήκες μέσα μου με τρόπο που δεν μπορώ να ξεριζώσω και να θέλω(που δεν θέλω) δεν μπορώ.
Σε κουβαλάω παντού. Είσαι παντού μαζί μου, δίπλα μου.
Στις ήσυχες στιγμές πιο πολύ.
Εκεί που δεν μιλά κανείς και ξαφνικά, τσουπ, εμφανίζεσαι στο μυαλό μου χωρίς να σε φωνάξω.
Και θυμώνω γι’ αυτό.
Γιατί δεν θέλω να έχει κάποιος τόση δύναμη πάνω μου. Δεν είχα αφήσει ποτέ κανέναν να έχει τέτοια δύναμη πάνω μου. Εσύ όμως την έχεις.
Και ίσως αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.
Το πόσο εύκολα κατάφερες να γίνεις κομμάτι της ζωής μου χωρίς καν να το καταλάβω.
Σαν να ήσουν από πάντα εδώ.
Σαν να σε ήξερα πριν ακόμα σε γνωρίσω. Σα να σε αγάπησα χωρίς να σε ξέρω πως σε έχω αγαπήσει.
Μου αρέσει να σε παρατηρώ όταν δεν το καταλαβαίνεις.
Να βλέπω τις μικρές σου συνήθειες, τα νεύρα σου, τον τρόπο που χαμογελάς όταν χαλαρώνεις πραγματικά.
Κρατάω λεπτομέρειες από σένα που ίσως ούτε εσύ ο ίδιος δεν θυμάσαι κι ας κάνω εγώ πως δεν θυμάμαι τίποτα.
Κι όταν είσαι δίπλα μου, αχ όταν είσαι δίπλα μου, στην αγκαλιά μου, όλα μέσα μου ησυχάζουν.
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσω να γίνω κάτι άλλο.
Δεν χρειάζεται να κρύψω τίποτα.
Είμαι εγώ 100% εγώ.
Με κοιτάς και νιώθω πως φαίνομαι ολόκληρη.
Όχι μόνο αυτά που δείχνω στους άλλους, αλλά κι αυτά που φοβάμαι να πω.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν σωστές λέξεις τελικά. Γιατί αυτά που νιώθω για σένα δεν χωράνε εύκολα σε προτάσεις.
Είναι στον τρόπο που σε ψάχνω μέσα σε ένα γεμάτο δωμάτιο.
Στο ότι θέλω να λέω πρώτα σε εσένα ό,τι μου συμβαίνει.
Στο ότι ακόμα κι οι πιο απλές στιγμές της καθημερινότητας μου, αποκτούν σημασία όταν είσαι μέσα τους.
Και αν με ρωτούσαν τι είσαι για μένα, δεν θα έλεγα “ο κόσμος μου” ούτε κάποια μεγάλη κουβέντα.
Θα έλεγα απλά πως μαζί σου νιώθω αληθινή.
Και αυτό πλέον είναι πιο σπάνιο απ’ όσο νομίζουν οι άνθρωποι.
