Γράφει η Αστέρω
Όχι από επιλογή. Από ανάγκη.
Όταν κάθε φορά που άνοιγες το στόμα σου ο κόσμος γύρω σου γκρεμιζόταν, μαθαίνεις. Όχι συνειδητά, όχι από λογική. Το μαθαίνει το σώμα σου πριν το καταλάβει το μυαλό σου. Το μαθαίνει η φωνή σου που αρχίζει να τρέμει πριν καν μιλήσεις. Το μαθαίνουν τα χέρια σου που σφίγγονται. Το μαθαίνει κάτι βαθύ μέσα σου που λέει «σταμάτα!». Μην εκτεθείς. Μη δώσεις αφορμή. Μη ξανά.
Και έτσι η σιωπή δε γίνεται επιλογή. Γίνεται ένα με το δέρμα σου.
Αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου με τη σιωπή. Να κρύβεις ό,τι πονάει. Να λες «δεν πειράζει» όταν πειράζει πολύ. Να λες «θα περάσει» όταν δεν ξέρεις αν θα περάσει. Να βάζεις τα συναισθήματά σου σε ένα συρτάρι και να το κλειδώνεις. Για να μην ενοχλήσεις, για να μην κουράσεις, για να μη γίνει χειρότερα.
Και σιγά σιγά αυτό γίνεται συνήθεια. Δεν το σκέφτεσαι πια. Απλώς συμβαίνει. Σιωπάς όταν πονάς, χαμογελάς όταν κουράζεσαι, λες «είμαι καλά» όταν δεν είσαι. Γίνεσαι τόσο καλή στο να κρύβεσαι που κάποια στιγμή δεν ξέρεις πια πού τελειώνει η προστασία και πού αρχίζεις εσύ.
Και μετά έρχεται κάποιος που σου λέει «μίλα μου.»
Και παγώνεις.
Όχι γιατί δε θέλεις. Όχι γιατί δεν εμπιστεύεσαι. Αλλά γιατί το σώμα σου θυμάται ακόμα. Γιατί έχει μάθει ότι το να ανοίγεσαι κοστίζει. Γιατί κάθε φορά που το τόλμησες στο παρελθόν, πλήρωσες. Και τώρα, ακόμα και μπροστά σε κάποιον διαφορετικό, ο φόβος είναι εκεί. Παλιός, γνώριμος, επίμονος.
Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Όχι να βρεις τον άνθρωπο που αξίζει να του μιλήσεις. Αλλά να πιστέψεις ότι αυτή τη φορά είναι ασφαλές. Να πείσεις κάτι μέσα σου που έχει πληγωθεί πολλές φορές, ότι δε θα πληγωθεί ξανά.
Χρειάζεται χρόνο να ξεμάθεις αυτό που έμαθες με πόνο. Πολύ χρόνο. Και υπομονή. Όχι μόνο από τον άλλον, αλλά πρώτα από σένα για τον εαυτό σου.
Χρειάζεται κάποιον που δε φεύγει όταν σιωπάς. Που δεν τιμωρεί όταν τελικά μιλάς. Που μένει εκεί, σταθερός, και την επόμενη μέρα είναι πάλι εκεί. Χωρίς καυγά, χωρίς υποτίμηση, χωρίς να σε κάνει να μετανιώσεις που άνοιξες το στόμα σου.
Και σιγά-σιγά, μέσα σε αυτή την ασφάλεια που δεν την ξέρεις καλά, αρχίζεις να θυμάσαι κάτι που είχες ξεχάσει από καιρό.
Η φωνή σου δε χάθηκε.
Απλώς έμαθε να κρύβεται.
Και κάποια στιγμή, με τον σωστό άνθρωπο δίπλα σου, αρχίζει διστακτικά να ξαναβρίσκει τον δρόμο της.
