Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Κι αν δεν έμεινε τίποτα να πούμε, δεν πειράζει.
Τα είπε όλα η σιωπή κι η αμηχανία μας σ’ εκείνο το παγωμένο «πώς είσαι;».
Γιατί υπάρχουν ερωτήσεις που δεν ψάχνουν απάντηση. Ψάχνουν επιβεβαίωση πως κάτι ακόμα υπάρχει. Μια ρωγμή, μια σπίθα, μια αφορμή να ανοίξει ξανά μια πόρτα που κλείσαμε με θόρυβο, αλλά μέσα μας την αφήσαμε μισάνοιχτη.
Και στάθηκες απέναντί μου σαν ξένος που ξέρει πάρα πολλά. Με εκείνο το βλέμμα που προσπαθούσε να κρατηθεί ουδέτερο, αλλά πρόδιδε ιστορία. Δική μας. Μια ιστορία που δεν έκλεισε ποτέ σωστά. Που δεν μπήκε σε τάξη. Που έμεινε κάπου στη μέση, να περιμένει.
«Πώς είσαι;» είπες.
Κι εγώ κατάλαβα πως δεν εννοούσες τίποτα απ’ όσα χωράει αυτή η ερώτηση. Δεν ρωτούσες για μένα. Ρωτούσες για εμάς. Για ό,τι αφήσαμε πίσω. Για ό,τι δεν ειπώθηκε όταν έπρεπε.
Ήθελα να σου πω ότι είμαι καλά. Ότι προχώρησα. Ότι έμαθα να κοιμάμαι χωρίς να σκέφτομαι το όνομά σου σαν τελευταία σκέψη. Ήθελα να σου πω πως σε ξεπέρασα. Μα η φωνή μου δεν συνεργάστηκε. Έμεινε εκεί, κολλημένη κάπου ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι».
Γιατί η αλήθεια δεν λέγεται εύκολα όταν πονάει ακόμα.
Κι η δική μας αλήθεια είχε βάρος. Είχε βλέμματα που απέφευγαν το ένα το άλλο. Είχε χέρια που ήξεραν ακριβώς πού να ακουμπήσουν, αλλά έμειναν ακίνητα.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν είχαμε τίποτα να πούμε γιατί τα είχαμε ήδη ζήσει όλα. Τα είχαμε νιώσει, τα είχαμε χαλάσει, τα είχαμε αφήσει να φύγουν. Οι λέξεις έρχονται όταν κάτι χτίζεται. Η σιωπή έρχεται όταν κάτι έχει ήδη τελειώσει… ή όταν δεν αντέχεις να παραδεχτείς ότι τελείωσε.
Κι εκεί, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χώρεσε ολόκληρη η ιστορία μας. Χωρίς φωνές. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς δεύτερες ευκαιρίες.
Μόνο ένα «πώς είσαι;» που δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθεί έτσι.
Και μια σιωπή που, για άλλη μια φορά, είπε περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσαμε ποτέ να παραδεχτούμε.
