Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Δεν είμαι από αυτούς που φεύγουν εύκολα.
Ούτε από εκείνους που εγκαταλείπουν με την πρώτη δυσκολία.
Έχω περάσει μέσα από φθορές που άλλοι δεν θα άντεχαν ούτε να κοιτάξουν.
Έχω μαζέψει τον εαυτό μου από τα πατώματα τόσες φορές, που πλέον δεν φοβάμαι το ύψος.
Κι αν με είδες να σωπαίνω, δεν ήταν αδυναμία. Ήταν ανασύνταξη.
Αν με είδες να απομακρύνομαι, δεν ήταν παραίτηση. Ήταν αυτοπροστασία.
Αν νόμισες πως λύγισα, γελάστηκες.
Ξεκουράζομαι. Δεν παραιτούμαι.
Γιατί το σώμα κουράζεται. Η ψυχή στεγνώνει. Η καρδιά βαραίνει.
Κι όλα αυτά θέλουν χρόνο.
Χρόνο για να αδειάσεις, να κλείσεις πληγές, να μαζέψεις κομμάτια.
Χρόνο για να αναπνεύσεις ξανά χωρίς βάρος στο στήθος.
Αλλά να ξέρεις ένα πράγμα:
Επιστρέφω. Και κάθε φορά που επιστρέφω, είμαι πιο επικίνδυνη.
Όχι γιατί έγινα σκληρή.
Αλλά γιατί έμαθα να μη δίνω πια ό,τι μου έτρωγε τη δύναμη.
Δεν ανήκω στους ήσυχους ανθρώπους.
Ανήκω σε εκείνους που γίνονται καταιγίδα όταν τους αδικούν.
Που μαθαίνουν να πολεμούν με τρόπο ήσυχο αλλά τελειωτικό.
Δεν παραιτούμαι.
Δεν εγκαταλείπω.
Ξεκουράζομαι.
Και μετά σηκώνομαι με άλλο βλέμμα, άλλη καρδιά, άλλη πυξίδα.
Και τότε, ναι — να με φοβάσαι.
