Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Δεν την φίλησε στα χείλη εκείνη τη μέρα.
Όχι γιατί δεν το ήθελε.
Αλλά γιατί ήθελε κάτι πιο βαθύ από το στιγμιαίο.
Κάτι που να κρατάει.
Έσκυψε αργά και την φίλησε στο μέτωπο.
Ήρεμα. Σχεδόν ευλαβικά.
Σαν να ήξερε ότι εκεί, μέσα στο μυαλό της, κατοικούν όλες οι σκέψεις που την βαραίνουν.
Και μ’ αυτό το φιλί, ήθελε να της τις πάρει. Να τις απαλύνει.
Το φιλί στο μέτωπο δεν ζητάει. Δεν απαιτεί.
Δεν είναι για να τονίσει επιθυμία, αλλά για να δηλώσει παρουσία.
Είναι το «είμαι εδώ» χωρίς φωνή.
Το «σ’ αγαπάω» χωρίς ερωτηματικά.
Το «σε προσέχω» χωρίς να χρειαστεί να το πει.
Την αγαπούσε αλλιώς.
Όχι με βιασύνη, όχι με εγωισμό.
Με σιγουριά. Με τρόπο που έκανε την καρδιά της να ησυχάζει, όχι να τρέμει.
Δεν ήθελε να την εντυπωσιάσει. Ήθελε να τη στηρίξει.
Να τη δει να μεγαλώνει, να γίνεται αυτό που είναι — χωρίς να τη μικρύνει.
Γιατί η αγάπη δεν φαίνεται πάντα στις μεγάλες κινήσεις.
Φαίνεται στη λεπτομέρεια.
Στο βλέμμα που σε διαβάζει όταν δεν μιλάς.
Στο άγγιγμα που έρχεται χωρίς να το ζητήσεις.
Στο φιλί στο μέτωπο, εκείνο που έχει μέσα του όλη τη φροντίδα του κόσμου.
Και την φρόντιζε.
Χωρίς θόρυβο, χωρίς ανάγκη να τον θαυμάσει.
Την αγαπούσε, όχι γιατί του έλειπε κάτι.
Αλλά γιατί εκείνη, έτσι όπως ήταν, ήσυχη, δυνατή, αληθινή, τον γέμιζε.
Κι όταν την φίλησε στο μέτωπο, ήταν σαν να της είπε:
«Εδώ είμαι. Και δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να κουβαλήσεις τίποτα μόνη σου.»
