Γράφει η Αστέρω
Υπάρχει ένα είδος έλλειψης που δεν έχει όνομα. Δεν είναι νοσταλγία, γιατί η νοσταλγία θέλει ανάμνηση. Δεν είναι πένθος, γιατί το πένθος θέλει απώλεια. Είναι κάτι πιο περίεργο. Αυτό του να σου λείπει κάποιος για κάτι που δε συνέβη ποτέ. Ένα πρόσωπο που δεν κράτησες το χέρι του. Μια ζωή που φαντάστηκες μαζί του, λεπτομερή σαν φωτογραφία, κι όμως ανύπαρκτη.
Το βράδυ είναι που χτυπάει πιο δυνατά. Ξαπλώνεις, κλείνεις τα μάτια, κι εκεί, στο σκοτάδι, εμφανίζεται ξανά εκείνο το πρόσωπο που είχες συναντήσει μόνο λίγες φορές, ίσως μια, ίσως καμία. Θυμάσαι τον τρόπο που γέλασε μια φορά, τον τρόπο που είπε το όνομά σου, σαν να ήταν κάτι σπάνιο. Κι αναρωτιέσαι πώς γίνεται να πονάει τόσο κάτι που ποτέ δεν κράτησα;
Ίσως επειδή η φαντασία δεν ξέρει όρια. Χτίζει σπίτια πάνω σε αέρα, σχέσεις πάνω σε ένα βλέμμα, μέλλοντα πάνω σε μια συζήτηση πέντε λεπτών. Κι όσο πιο όμορφο είναι αυτό που χτίζεις, τόσο πιο βαρύ είναι το κενό όταν συνειδητοποιείς πως δε γίνεται αληθινό.
Λείπει η φωνή που δεν άκουσες. Λείπει η αγκαλιά που δεν έγινε. Λείπουν τα “καλημέρα” που στάλθηκαν αλλα δεν ειπώθηκαν, τα ραντεβού που έμειναν στο επίπεδο του “κάποια στιγμή”. Λείπει μια εκδοχή του εαυτού σου που θα υπήρχε δίπλα σε εκείνον τον άνθρωπο πιο γεμάτη, πιο δική σου.
Ίσως, όμως, αυτή η έλλειψη να λέει κάτι όμορφο για σένα. Πως η καρδιά σου δε χρειάζεται απόδειξη για να αγαπήσει. Πως μπόρεσες να δεις κάτι αληθινό σε έναν άνθρωπο, κι αυτό ήταν αρκετό για να αφήσει σημάδι.
Δε χρειάζεται να ντρέπεσαι γι’ αυτό το συναίσθημα. Δεν είσαι για δέσιμο επειδή σου λείπει κάτι που δεν υπήρξε ποτέ επίσημα. Εσύ απλώς ένιωσες βαθιά, έστω και από μακριά.
Κι ίσως, μια μέρα, αυτό το κενό να γεμίσει με μια καληνύχτα κάθε βράδυ, που δε θα χρειαστεί να τον φανταστείς, γιατί θα είναι εκεί, αληθινός, δίπλα σου.
Μέχρι τότε, άσε τον εαυτό σου να νιώσει αυτή την παράξενη, τρυφερή έλλειψη. Δεν είναι αδυναμία. Είναι απόδειξη πως ακόμα ξέρεις να αγαπάς.
