Γράφει η Σοφία Δημητρίου
Νόμιζες πως επειδή την άγγιξες, την κατέκτησες.
Ότι επειδή άκουσες το όνομά της να σπάει μέσα στον ιδρώτα σου, την ήξερες.
Νόμιζες πως μια γυναίκα είναι μόνο το κορμί της. Και ξέχασες πως αυτό που κάνει μια γυναίκα να μείνει, είναι ό,τι δεν βλέπεις.
Δεν σου ζήτησε τίποτα παράλογο.
Να τη δεις, να τη νιώσεις, να σταθείς.
Όχι να τη σώσεις.
Να τη σεβαστείς.
Αλλά εσύ;
Ήσουν απασχολημένος. Με εσένα. Με το να νιώθεις “αρκετός” μέσα απ’ την υποτίμηση της.
Και κάθε φορά που εκείνη άνοιγε, εσύ έκλεινες.
Κάθε φορά που σου άπλωνε τα χέρια, εσύ την τραβούσες μακριά.
Δεν ήθελες σύνδεση. Ήθελες έλεγχο.
Να τη θες όταν σε βολεύει, να την ξεχνάς όταν δεν αντέχεις.
Να είναι παρούσα όταν λυγίζεις, αλλά απούσα όταν εκείνη κουράζεται.
Και τώρα που έφυγε, τώρα που δεν σε κοιτάει πια σαν να είσαι ολόκληρος ο κόσμος της, θυμήθηκες.
Μόνο που είναι αργά.
Γιατί κάποιος άλλος την άκουσε όταν εσύ σιωπούσες.
Της κράτησε το χέρι όταν εσύ την έσπρωχνες.
Της χάιδεψε την ψυχή όταν εσύ χάζευες το κορμί.
Δεν σου “την πήρε” κανείς. Την έχασες. Μόνος σου.
Γιατί δεν κατάλαβες ότι οι γυναίκες σαν εκείνη δεν μένουν με όποιον τις “έχει”.
Μένουν με όποιον τις αξίζει.
Με εκείνον που δεν μετράει δάφνες, αλλά σημάδια από τις μάχες που έδωσε για να την κρατήσει.
Κι εσύ;
Εσύ απλώς κοιτούσες τον εαυτό σου στον καθρέφτη και χειροκροτούσες.
Νόμιζες πως νίκησες.
Μα το μόνο που πέτυχες, ήταν να χάσεις μια γυναίκα…
Που κάποιος άλλος τώρα, μαθαίνει να αγαπά με υπομονή. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς δήθεν.
Κι όταν έρθει η ώρα, εκείνη θα του δώσει κάτι που σε σένα δεν τόλμησε:
Την ψυχή της. Χωρίς φόβο. Χωρίς όρους. Χωρίς “ίσως”.
