Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Τελικά, δεν ήρθες για να μείνεις.
Ήρθες για να ταράξεις τα νερά και να φύγεις πριν δεις τι άφησες πίσω σου. Σαν άνθρωπος που μπαίνει σε σπίτι με λασπωμένα παπούτσια, κοιτάζει λίγο γύρω του, αγγίζει ό,τι του αρέσει και μετά εξαφανίζεται, αφήνοντας τον άλλον να καθαρίζει τη ζημιά μόνος του.
Κι εγώ, ανόητος αρκετά ώστε να πιστέψω πως αυτή τη φορά ήταν αλλιώς, σου άνοιξα χώρους που δεν είχα ανοίξει σε κανέναν. Όχι από ανάγκη. Από πίστη. Αυτή τη σπάνια, επικίνδυνη πίστη που κάνει έναν άνθρωπο να χαμηλώνει άμυνες χωρίς να ζητά αποδείξεις.
Έβλεπα τα σημάδια. Μην νομίζεις. Τα έβλεπα όλα. Τις εξαφανίσεις σου, τις μισές αλήθειες, το βλέμμα σου που πάντα έμοιαζε έτοιμο να φύγει πριν καν φτάσει. Αλλά ο έρωτας έχει μια βρόμικη συνήθεια. Παίρνει την αλήθεια και τη ντύνει υπομονή. Σε κάνει να λες “θα αλλάξει”, ενώ μέσα σου ξέρεις ήδη.
Δεν ήθελες σπίτι.
Ήθελες σταθμό. Κάπου να ξαποστάσεις μέχρι να περάσει η καταιγίδα μέσα σου. Κι εγώ μπέρδεψα τη στάση με την άφιξη. Εκεί έγινε το λάθος.
Ξέρεις τι πονάει περισσότερο;
Όχι που έφυγες. Οι άνθρωποι φεύγουν κάθε μέρα. Πονάει που έμεινα να κοιτάζω μια πόρτα σαν ηλίθιος, ενώ εσύ είχες αποφασίσει την έξοδο πολύ πριν το τελευταίο φιλί. Πονάει που έδωσα αλήθεια σε κάποιον που ήρθε μόνο να νιώσει για λίγο ζωντανός.
Και τώρα κατάλαβα.
Μερικοί άνθρωποι δεν μπαίνουν στη ζωή σου για να χτίσουν. Μπαίνουν για να επιβεβαιώσουν πως ακόμα μπορούν να γκρεμίζουν. Να τους αγαπούν. Να τους περιμένουν. Να τους συγχωρούν.
Μόνο που κάποια στιγμή τελειώνουν κι αυτά.
Κι όταν ξαναγυρίσεις, γιατί συνήθως γυρίζετε, δεν θα βρεις το ίδιο σπίτι ανοιχτό. Θα βρεις κάποιον που έμαθε πως δεν αρκεί να καίγεσαι για έναν άνθρωπο. Πρέπει κι εκείνος να θέλει να μείνει δίπλα στη φωτιά.
