Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Μπορείς να ξεχάσεις ανθρώπους που πέρασαν επιφανειακά από πάνω σου. Ονόματα, πρόσωπα, συνήθειες, ακόμα και σώματα που κάποτε νόμιζες πως δεν θα βγάλεις ποτέ από το μυαλό σου. Ο χρόνος κάνει καλά τη δουλειά του με ό,τι δεν ρίζωσε βαθιά.
Αλλά τον αμοιβαίο έρωτα δεν τον ξεχνάς ποτέ.
Γιατί εκεί δεν αγάπησες μόνο εσύ. Δεν ήσουν μόνος μέσα στη φωτιά να καίγεσαι σαν ηλίθιος ενώ ο άλλος κοιτούσε αδιάφορα από απέναντι. Εκεί υπήρξαν δύο άνθρωποι που λύγισαν μαζί. Που ξενύχτησαν από ανάγκη ο ένας για τον άλλον. Που ένιωσαν εκείνο το σπάνιο, σχεδόν τρομακτικό πράγμα να τους συμβαίνει ταυτόχρονα.
Και αυτό αφήνει σημάδι.
Όχι απαραίτητα γιατί κράτησε πολύ. Μερικές φορές οι πιο δυνατοί έρωτες κρατάνε λιγότερο απ’ όσο αντέχει ένας χειμώνας. Αλλά μέσα σε αυτό το λίγο, ζεις μια ολόκληρη ζωή συμπυκνωμένη. Βλέμματα που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Αγγίγματα που έσβηναν τον θόρυβο του κόσμου. Εκείνη τη βεβαιότητα πως “να, εδώ είσαι… εδώ είμαι κι εγώ”.
Μετά χαλάει. Συνήθως χαλάει.
Από φόβο, από λάθη, από timing, από εγωισμό, από ζωές που δεν μπόρεσαν να συγχρονιστούν ποτέ. Και οι δύο συνεχίζετε. Αυτό κάνουν οι άνθρωποι. Προχωρούν ακόμα κι όταν μέσα τους κάτι έμεινε πίσω να ουρλιάζει.
Θα γνωρίσεις άλλους ανθρώπους. Θα γελάσεις ξανά, θα φιλήσεις ξανά, ίσως ακόμα και να αγαπήσεις ξανά. Αλλά κάπου μέσα σου θα υπάρχει πάντα εκείνο το σημείο που θα αντιδρά όταν ακούει το όνομά του. Σαν παλιά ουλή πριν τη βροχή.
Γιατί ο αμοιβαίος έρωτας δεν μοιάζει με τους υπόλοιπους.
Δεν είναι φαντασίωση. Δεν είναι μονόπλευρη ανάγκη. Δεν είναι παραμύθι που έφτιαξες μόνος σου για να αντέχεις τη μοναξιά σου.
Ήταν αληθινός.
Κι οι αληθινοί άνθρωποι δεν διαγράφονται ποτέ εντελώς από μέσα μας. Μόνο μαθαίνουμε να ζούμε με την απουσία τους χωρίς να αιμορραγούμε κάθε μέρα.
