Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Σε σένα που ήρθες και μου έμαθες να αγαπώ, χωρίς να το καταλάβεις ποτέ πραγματικά.
Ήρθες στη ζωή μου σαν κάτι απλό. Σαν εκείνη τη λεπτομέρεια που αρχικά δεν της δίνεις σημασία, αλλά σιγά-σιγά συνειδητοποιείς ότι χωρίς αυτήν, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Και κάπως έτσι, χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς υποσχέσεις, άρχισες να γίνεσαι κομμάτι της καθημερινότητάς μου.
Με έμαθες να αγαπώ αλλιώς. Όχι επιφανειακά, όχι μισά. Με έμαθες να δίνω χώρο στα συναισθήματα, να μην τα φοβάμαι, να μην τα κρύβω πίσω από «ίσως» και «θα δούμε». Δίπλα σου έμαθα ότι η αγάπη δεν είναι έλεγχος ούτε απόσταση ασφαλείας, είναι άφεση, είναι ρίσκο, είναι να αφήνεσαι χωρίς να ξέρεις αν θα σε πιάσουν.
Και για λίγο, σε πίστεψα. Σε πίστεψα όπως πιστεύεις κάτι που δεν χρειάζεται απόδειξη. Ήσουν εκεί και αυτό μου αρκούσε. Οι μέρες είχαν άλλη βαρύτητα, τα απλά πράγματα έγιναν σημαντικά, και το όνομά σου χώρεσε μέσα σε σκέψεις που πριν δεν υπήρχαν καν.
Κι ύστερα έφυγες.
Όχι πάντα με τρόπο ξεκάθαρο. Δεν υπάρχουν πάντα μεγάλες σκηνές στις αποχωρήσεις. Μερικές φορές οι άνθρωποι φεύγουν λίγο-λίγο, μέχρι που μια μέρα απλώς συνειδητοποιείς ότι δεν είναι πια εκεί. Και το πιο δύσκολο δεν είναι η στιγμή που φεύγουν, αλλά η στιγμή που το καταλαβαίνεις.
Άφησες πίσω σου ένα κενό που δεν έκανε θόρυβο, αλλά είχε βάρος. Μια σιωπή που δεν γεμίζει εύκολα. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, έμαθα κάτι ακόμα, ότι οι άνθρωποι δεν φεύγουν μόνο από τη ζωή σου, φεύγουν και από τον τρόπο που έχεις συνηθίσει να αγαπάς.
Σε ψάχνω ακόμα, όχι όπως πριν. Όχι με την ελπίδα της επιστροφής. Αλλά μέσα σε μικρές στιγμές που μοιάζουν γνώριμες. Σε μια μουσική που θα σου ταίριαζε, σε μια φράση που θα έλεγες, σε μια ανάμνηση που δεν ρώτησε αν θέλω να μείνει.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνω πως δεν είσαι πια «εδώ», αλλά δεν έγινες ποτέ «τίποτα». Έγινες ένα κομμάτι από τον τρόπο που βλέπω τους ανθρώπους, από τον τρόπο που αγαπάω, από τον τρόπο που θυμάμαι, από τον τρόπο που δε φοβάμαι να πω πως νιώθω.
Σε σένα που ήρθες και μου έμαθες να αγαπώ…
Ίσως να έφυγες, αλλά άφησες πίσω σου κάτι που δεν έφυγε ποτέ. Εμένα, λίγο διαφορετικά από ό,τι ήμουν πριν.
