Γράφει η Χριστίνα Μανωλά
Με πόσα ψέματα με νανούρισες, αγάπη μου;
Με πόσα “είμαι εδώ”, ενώ ήσουν αλλού;
Με πόσα “δεν φταίς εσύ”, ενώ ήδη είχες αποφασίσει πως δεν είμαι αρκετή;
Και εγώ… εγώ τα έπινα σαν αντίδοτο.
Σαν παυσίπονο σε μια καρδιά που φώναζε να σωθεί.
Τα δικά σου ψέματα έγιναν το νανούρισμα της δικής μου άρνησης.
Με κοίμιζες με λόγια και με ξυπνούσες με σιωπές.
Κι εγώ έμαθα να κοιμάμαι με τον φόβο σου και να ξυπνάω με την απουσία σου.
Δεν ήσουν απών. Όχι.
Ήσουν παρών με τον πιο σκληρό τρόπο: με το “σχεδόν”, με το “λίγο”, με το “ίσως”.
Και κάθε φορά που ρωτούσα “τι είμαστε”, απαντούσες με μια πράξη που αναιρούσε όλα σου τα λόγια.
Ήξερα.
Κάτι μέσα μου πάντα ήξερε.
Αλλά είχα ανάγκη να σε κρατήσω, έστω και μισό. Έστω και ψεύτικο.
Γιατί φοβόμουν πως, αν φύγεις, δεν θα μείνει τίποτα να θυμίζει πως κάποτε ήσουν εδώ.
Έτσι σε άφησα να με νανουρίσεις.
Με παραμύθια, με δήθεν έγνοιες, με «σ’ αγαπώ» που δεν είχαν βάθος.
Σε άφησα να μου χτίσεις έναν κόσμο από λέξεις και να μου γκρεμίσεις την ψυχή με πράξεις.
Αλλά τελικά, δεν με πλήγωσαν τα ψέματά σου.
Με πλήγωσε η ελπίδα μου.
Η πίστη μου πως εσύ θα είσαι αλλιώς.
Πως δεν θα είσαι «ένας από τους άλλους».
Πως θα ‘σαι αλήθεια.
Με πόσα ψέματα με νανούρισες, αγάπη μου;
Μα το χειρότερο ήταν το τελευταίο:
Ότι με αγαπούσες.
