Γράφει ο Τάσος Ζαννής
Έπιναν το ένα τζιν μετά το άλλο,
κόζαρε τόσο ξεδιάντροπα
το διχτυωτό της φόρεμα,
και κάπου ανάμεσα
στα μεθυσμένα γέλια
και τα καυλωμένα βλέμματα,
έκατσε δίπλα της.
Την κοίταξε στα μάτια
και βαθιά μέσα τους
είδε μια αλυσίδα να την δένει
με άλλους τόπους,
άλλους ανθρώπους
και άλλες νύχτες.
Του μιλούσε για το εκεί και το εδώ
και για το ταξίδι ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο,
κι εκείνος δεν ήθελε τίποτα πιο πολύ
από το να ταξιδέψει και να κρυφτεί μέσα της.
Την άκουγε να μιλάει
με λέξεις σπάνιες
και ήθελε να της ψιθυρίσει
κάτι πρόστυχο και γλυκό,
αλλά έκρυψε την επιθυμία του
πίσω από κοινοτυπίες.
Την άγγιξε
κι ένιωσε την απόσταση ανάμεσά τους,
όλες τις λέξεις που γράφτηκαν για εκείνη,
όλα τα ξένα κρεβάτια που αναλώθηκε,
όλα τα παγωμένα χέρια και τα βιαστικά χάδια,
όλα τα μισοτελειωμένα τσιγάρα,
κι όλες τις αγκαλιές που χρειαζόταν,
αλλά κανείς δεν μπήκε στον κόπο
να την καταλάβει.
Και τότε σκέφτηκε
να την αγκαλιάσει
όπως δεν την έχει αγκαλιάσει
ποτέ κανένας,
αλλά έτρεμε
τον αποχαιρετισμό.
