Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπάρχει ένας στίχος του Οδυσσέα Ιωάννου που με ακολουθεί χρόνια.
«…κι όταν θα γεννηθεί ο γιος μου, θα μου τα μάθει της ζωής τα μαγικά.»
Κάποτε τον άκουγα και τον καταλάβαινα με το μυαλό.
Μετά γεννήθηκες εσύ.
Και τον κατάλαβα με την ψυχή.
Πριν από δεκαεπτά χρόνια ήρθες στον κόσμο και, χωρίς να το ξέρεις, άλλαξες τον δικό μου. Όχι γιατί γέμισες το σπίτι φωνές, παιχνίδια και παιδικά γέλια. Αλλά γιατί μου έμαθες να βλέπω ξανά. Να βλέπω ανθρώπους, καταστάσεις, αλήθειες που μέχρι τότε προσπερνούσα.
Οι περισσότεροι πιστεύουν πως οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά.
Δεν ξέρω.
Εγώ νομίζω πως πολλές φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Γιατί εσύ, Μιχάλη μου, υπήρξες από την αρχή ένας άνθρωπος με δικό του τρόπο να κοιτάζει τον κόσμο. Πεισματάρης. Ανήσυχος. Απαιτητικός με όσα δεν σου φαίνονταν δίκαια. Από εκείνα τα παιδιά που δεν αρκούνται στην απάντηση. Θέλουν να καταλάβουν την ερώτηση.
Και αυτό το θαύμα δεν διδάσκεται.
Το κουβαλάς.
Σε είδα να μεγαλώνεις χωρίς να χάνεις την ευαισθησία σου. Σε είδα να θυμώνεις για πράγματα που οι άλλοι προσπερνούσαν. Να στεναχωριέσαι βαθιά. Να αγαπάς αληθινά. Να παλεύεις με τον εαυτό σου. Να ψάχνεις τη θέση σου στον κόσμο χωρίς να φοράς ξένες στολές για να χωρέσεις.
Και ξέρεις κάτι;
Αυτό είναι που θαυμάζω περισσότερο πάνω σου.
Όχι τους βαθμούς σου.
Όχι τις επιτυχίες σου.
Όχι όσα θα καταφέρεις αύριο.
Θαυμάζω αυτό που είσαι όταν δεν σε βλέπει κανείς.
Την καρδιά σου.
Γιατί σε μια εποχή που οι άνθρωποι παλεύουν να φανούν, εσύ προσπαθείς να είσαι.
Κι αυτό είναι σπάνιο.
Σήμερα γίνεσαι δεκαεπτά.
Κι εγώ δεν έχω κάποια μεγάλη συμβουλή να σου δώσω.
Μόνο μια ευχή.
Να μη χάσεις ποτέ τον εαυτό σου στην προσπάθεια να κερδίσεις τον κόσμο.
Γιατί ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα.
Αλλά η ψυχή ενός ανθρώπου, όταν μείνει καθαρή, φωτίζει μια ζωή ολόκληρη.
Χρόνια πολλά, πρωτότοκέ μου.
Το μεγαλύτερο κατόρθωμα της ζωής μου δεν είναι ότι σε μεγάλωσα.
Είναι ότι μου επέτρεψες να μεγαλώσω κι εγώ μαζί σου.
Υ.Γ. Εσύ να γελάς κι εγώ θα γυρνάω τον κόσμο ανάποδα.
