Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Να φοβάσαι λίγο εκείνους που πετάνε τα «σ’ αγαπώ» σαν στραγάλια. Όχι επειδή η αγάπη πρέπει να είναι γολγοθάς, αλλά επειδή μια λέξη που δίνεται εύκολα, συνήθως δεν έχει ρίζες. Κι όταν δεν έχει ρίζες, την πρώτη αναποδιά την παίρνει ο αέρας. Κι εσύ μένεις εκεί, να κρατάς μια υπόσχεση που ποτέ δεν ειπώθηκε σωστά, ποτέ δεν άξιζε να την πιστέψεις τόσο.
Γιατί ένα «σ’ αγαπώ» δεν είναι τσέκ-ιν, δεν είναι like, δεν είναι χάδι της στιγμής για να κλείσει μια δύσκολη κουβέντα. Είναι βάρος. Είναι δέσμευση. Είναι μια προσπάθεια ολόκληρη. Αλλά δεν το ξέρουν όλοι αυτό. Κάποιοι το λένε για να γεμίσουν τον θόρυβο της σιωπής τους. Άλλοι για να κρύψουν την ανικανότητά τους να σταθούν. Κι άλλοι, απλώς επειδή δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει να λες μια λέξη και να τη σηκώνεις.
Να φοβάσαι τα γρήγορα «σ’ αγαπώ». Αυτά που λέγονται τη δεύτερη εβδομάδα, μεθυσμένα ή μισοσίγουρα. Αυτά που ακούγονται ωραία, αλλά μέσα τους δεν κατοικεί καμία συνέπεια. Γιατί εκείνα είναι που πονάνε περισσότερο όταν καταρρεύσουν. Όχι επειδή ήταν αληθινά. Επειδή εσύ τα πίστεψες.
Τα αληθινά «σ’ αγαπώ» δεν έχουν ανάγκη να βιαστούν. Έρχονται αργά. Σαν άνθρωποι που σου χτυπάνε την πόρτα και περιμένουν να τους ανοίξεις, δεν την παραβιάζουν. Κουβαλάνε μέρες, μήνες, πράξεις, βλέμματα, αλήθειες. Είναι αυτά που δεν χρειάζεται καν να ειπωθούν κάθε μέρα, γιατί τα βλέπεις να γράφονται σε κάθε τους κίνηση. Στην αγκαλιά που μένει. Στο χέρι που δεν φεύγει. Στο βλέμμα που δεν αλλάζει.
Κράτα αυτό.
Τα «σ’ αγαπώ» που λέγονται εύκολα, χάνονται εύκολα.
Τα «σ’ αγαπώ» που αργούν, μένουν.
Κι όταν έρθει εκείνο το «σ’ αγαπώ» που δεν θέλει επιβεβαίωση, μόνο χώρο για να ανθίσει, θα το νιώσεις βαθιά. Γιατί αυτό δεν θα το πει όποιος μπορεί. Θα το πει όποιος αντέχει.
