Γράφει η Ελένη Σάββα
Κοίταξε γύρω της. Όλα ξαφνικά ήταν αλλιώς. Πώς αλλιώς; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, απλώς το ένιωθε. Ένιωθε σαν τα πάντα να έχουν αλλάξει, ένιωθε πως ο ήλιος έκαιγε πιο δυνατά.
Τη νύχτα έβλεπε το φεγγάρι κι αναρωτιόταν, πώς της τα έφερε έτσι η ζωή; Σε ένα δωμάτιο μόνη της, συντροφιά με ένα φλυτζάνι καφέ. Τουλάχιστον ο καφές μύριζε τόσο όμορφα που γέμιζε το δωμάτιο. Γι’αυτό πολλές φορές έφτιαχνε τον καφέ, τον έβαζε στο τραπέζι κι ύστερα ούτε που τον ακουμπούσε. Το άρωμα του, ήταν μια παρέα.
Κάποτε τις νύχτες προσπαθούσε να μετρήσει τα αστέρια. Τι κουραστικό, έλεγε, και έκλεινε το παράθυρο, τραβούσε την κουρτίνα και πήγαινε για ύπνο.
Κάθε βράδυ, η ιστορία επαναλαμβανόταν. Κι ήλπιζε πάντα να χτυπήσει το τηλέφωνο ενώ έπιανε το μέτρημα. Μα, σιωπή.
Και ξημέρωνε και βράδιαζε και το σπίτι πάντα μοσχοβολούσε καφέ. Βλέπεις, αυτή η μυρωδιά της έφερνε αναμνήσεις.
Κι όλα αυτά, το μέτρημα, ο καφές, όλα, ήταν μια προετοιμασία. Προετοιμαζόταν να μάθει να αγαπάει τον εαυτό της. Έστω κι αν είχε ομίχλη, έστω κι αν είχε αφόρητη σιωπή. Η αγάπη, ήταν ένα χαμόγελο μακριά.
Όταν θα το καταλάβαινε αυτό, θα έβλεπε πόσο την βοήθησαν τα αστέρια, οι μυρωδιές, οι σιωπές. Θα καταλάβαινε πόσο τη βοήθησε ο εαυτός της. Θα μπορούσε πια να σταματήσει να την πειράζει το τηλέφωνο που δεν χτυπούσε.
Θα χαμογελούσε. Κι αυτό το χαμόγελο, θα ήταν αληθινό.
