Γράφει η Σοφία Δημητρίου
Η προδοσία δεν είναι ποτέ ξαφνική. Είναι απλώς η τελευταία σκηνή σε ένα έργο που γράφαμε και οι δύο, αλλά παίζαμε διαφορετικό ρόλο.
Δεν πονάει η προδοσία. Πονάει το ότι περίμενες πως δεν θα στο κάνει. Ότι είδες στα μάτια του το φως και πίστεψες πως δεν θα γίνει ποτέ σκοτάδι. Ότι έντυσες την παρουσία του με ελπίδες, πίστη, αγάπη – και όλα αυτά γύρισαν πάνω σου σαν λάμες.
Γιατί εσύ, δεν περίμενες να πληγώσεις. Δεν μπήκες στη σχέση να μετρήσεις πληγές. Κι όταν σε πλήγωσαν, δεν πονούσες για την ίδια την πράξη. Πονούσες για το μέσα σου που δεν την είχε προβλέψει. Για το “μα πώς το έκανε αυτό σε μένα;”.
Είναι πάντα οι προσδοκίες μας που μας καταστρέφουν. Όχι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι απλώς αποκαλύπτουν τον εαυτό τους. Εμείς είμαστε που φτιάχνουμε εκδοχές τους στο μυαλό μας. Εμείς, που ελπίζουμε, πονάμε. Όχι γιατί χάσαμε κάτι πολύτιμο, αλλά γιατί χάσαμε αυτό που νομίζαμε πως ήταν.
Δεν σε πρόδωσε εκείνος. Εσύ πρόδωσες τον εαυτό σου, όταν πίστεψες πως δεν θα τολμούσε.
Η προδοσία είναι απλώς το τέλος. Η προσδοκία ήταν η αρχή του πόνου.
Κι ίσως, την επόμενη φορά, να μη χρειάζεται να ελπίζεις τόσο.
Απλώς να παρατηρείς. Χωρίς φαντασιώσεις. Χωρίς προσδοκίες.
