Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
Δεν με πονάει μόνο που έφυγες.
Με εξοργίζει που έμαθες να ζεις χωρίς εμένα τόσο εύκολα.
Αυτό είναι το κομμάτι που δεν λέμε ποτέ δυνατά γιατί μας ξεγυμνώνει. Περιμένουμε, κάπου βαθιά και εγωιστικά, πως ο άνθρωπος που αγαπήσαμε θα κουβαλάει την απουσία μας σαν βάρος. Πως θα δυσκολεύεται. Πως θα σταματάει για λίγο όταν ακούει το όνομά μας. Πως κάτι μέσα του θα χαλάσει οριστικά.
Κι ύστερα σε βλέπω να συνεχίζεις.
Να γελάς. Να βγαίνεις. Να κάνεις σχέδια. Να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια λες και δεν πέρασα ποτέ από τη ζωή σου σαν καταιγίδα. Και τότε ο πόνος γίνεται θυμός. Βαρύς, άσχημος θυμός. Όχι γιατί σου εύχομαι κακό. Αλλά γιατί δεν αντέχω την ιδέα ότι εγώ κουβαλάω ακόμα το βάρος κι εσύ περπατάς ελαφρύς.
Ξέρεις πόσο άδικο μοιάζει αυτό;
Να ξυπνάω με τη σκέψη σου κολλημένη στο κεφάλι μου σαν καπνός και την ίδια ώρα εσύ να πίνεις καφέ κάπου αμέριμνος, χωρίς να περνάω ούτε φευγαλέα από το μυαλό σου.
Κι όμως, δεν θυμώνω πραγματικά μαζί σου.
Θυμώνω με εμένα.
Με εμένα που πίστεψα πως ό,τι ζήσαμε θα άφηνε το ίδιο σημάδι και στους δυο. Με εμένα που μπέρδεψα την ένταση με την αμοιβαιότητα. Που νόμιζα ότι επειδή καιγόμουν εγώ, καιγόσουν κι εσύ στον ίδιο βαθμό.
Η αλήθεια είναι σκληρή. Οι άνθρωποι δεν πονάνε το ίδιο. Δεν αγαπάνε το ίδιο. Δεν θάβουν το παρελθόν με την ίδια δυσκολία. Κάποιοι φεύγουν και κοιτάζουν μπροστά. Κάποιοι άλλοι μένουν πίσω να ψάχνουν τι ακριβώς χάλασε.
Κι εγώ ακόμα ψάχνω.
Όχι εσένα. Αυτό τελείωσε.
Ψάχνω πώς γίνεται δύο άνθρωποι να έζησαν τις ίδιες στιγμές αλλά να κουβαλούν τελείως διαφορετικές μνήμες από αυτές.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο μοναχικό πράγμα στον έρωτα.
Να ανακαλύπτεις πως εκεί που εσύ έχτισες σπίτι, ο άλλος απλώς πέρασε για λίγο.
