Γράφει η Κατερίνα Ανδριανού
Ήταν νύχτες που κοίταζες το ταβάνι, περιμένοντας μια απάντηση που δεν ήρθε ποτέ. Ήταν μέρες που πάλευες να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν πειράζει, πως καλύτερα έτσι, αλλά πάντα κάτι μέσα σου σε έτρωγε. Γιατί αυτοί που φεύγουν χωρίς εξήγηση δεν παίρνουν απλώς τα πράγματά τους και δρόμο. Παίρνουν μαζί και την ησυχία σου.
Κι εσύ μένεις εκεί, με το “γιατί” να σου καίει το μυαλό και την αξιοπρέπεια να αιμορραγεί. Γιατί δεν είναι μόνο ότι έφυγαν – είναι ότι το έκαναν σαν κλέφτες, σαν να μην υπήρξες ποτέ. Σαν να ήσουν απλώς μια στάση στο δρόμο τους. Σαν να μη δικαιούσαι μια απάντηση.
Κι αυτοί οι ανοιχτοί λογαριασμοί; Σου διαλύουν την ψυχή. Κουβαλάς το φάντασμά τους παντού. Σε κάθε τραγούδι που ακούς, σε κάθε άδειο κρεβάτι, σε κάθε υποψία έρωτα που πας να νιώσεις και διστάζεις. Γιατί δεν είναι μόνο ότι έφυγαν – είναι ότι σε άφησαν να αναρωτιέσαι αν εσύ έκανες κάτι λάθος.
Αλλά ξέρεις κάτι; Αυτοί που φεύγουν έτσι δεν είναι δυνατοί. Είναι δειλοί. Ανίκανοι να σταθούν απέναντί σου, να παραδεχτούν πως άλλαξαν, πως δεν θέλουν, πως δεν μπορούν. Σε άφησαν να πνιγείς στις ερωτήσεις γιατί δεν άντεχαν να σου δώσουν καμία απάντηση.
Κι αν περιμένεις να γυρίσουν για να σου πουν το “γιατί”; Θα γυρίσουν, ναι. Όταν εσύ θα έχεις μάθει να ζεις με τις σιωπές. Όταν δεν θα τους χρειάζεσαι πια. Και τότε, θα ‘ναι αργά.
Γιατί όποιος έφυγε χωρίς εξήγηση, δεν αξίζει να ακούσει τη δική σου.
