Γράφει η Αγγελική Καμπέρου
Η ώρα 3, και εγώ, για ακόμα μια νύχτα, παλεύω να κοιμηθώ. Μάταια.
Το φεγγάρι φωτίζει μέσα στο δωμάτιο, ολόγιομο όπως είναι, και νιώθω πως, έστω κι αν είμαι μόνη, έχω κάποιον να μου κάνει παρέα στο ξενύχτι. Πιάνω το τηλέφωνό μου, να χαζέψω, να περάσει η ώρα… να νυστάξω, ίσως; Ούτε κι εγώ ξέρω.
Το μυαλό μου γυρίζει, σκέφτεται και θυμάται. Με πάει σε εκείνη την ημέρα που έφυγες και έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Βλέπεις, νόμιζα πως ήσουν το στήριγμά μου, και με άδειασες καταχθόνια.
Πεισμώνω και σε βγάζω άρον άρον από τη σκέψη μου. Ακόμα τρέχει, όμως, ο λογισμός μου. Γυρίζει σε εκείνο το καλοκαίρι που ο πρώτος μου έρωτας αποφάσισε να ντυθεί τσίρκο στην παραλία. Μαγέντα καπέλο, μπλε Crocs, λαχανί μαγιό και γκρι τσάντα. Γελούσε όλο το μαγαζί μαζί… και εμείς.
Και να σου πάλι, πετιέσαι στο μυαλό μου.
Πείσμα εσύ, πείσμα κι εγώ.
Ξεφεύγω από τη σκέψη σου για ακόμα μια φορά και πηγαίνω κάπου ζεστά, κοντά σε μια φωτιά, ένα χειμωνιάτικο ξημέρωμα. Είχα μια ζεστή, μωβ κούπα με βραστάρι από χόρτα στα χέρια μου, με λίγο λεμόνι, και καθόμουν με εκείνον. Εκείνον που άλλαξε τον ρου της ιστορίας μου. Εκείνον που ήθελα απεγνωσμένα να γνωρίσεις πρώτος από όλους.
Και το μυαλό μου συνεχίζει να γυρνά σε εσένα. Πεισματικά.
Αρνούμαι να δεχτώ την επιλογή σου να φύγεις. Αρνούμαι να δεχτώ πως με παράτησες έτσι, στεγνά. Εσύ. Εσύ που έλεγες «για πάντα», στα πάντα.
Κοιτάζω το ρολόι. 5 το πρωί.
5 το πρωί και ο ύπνος άφαντος.
Σηκώνομαι. Δεν έχει ύπνο απόψε.
Ίσως αύριο.
Ίσως αύριο δεν σε σκεφτώ.
Ίσως αύριο βρω εκείνη την ανακούφιση και τη χαρά που τόσο πολύ χρειάζομαι.
