Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μάθαμε να ψάχνουμε την άκρη. Να βρούμε το νήμα, να ξετυλίξουμε το κουβάρι, να δούμε πού μπλέχτηκαν τα λόγια, πού χάσαμε τη σειρά, πού ξέφυγε η ιστορία. Λες και η απάντηση θα κάνει τη διαφορά. Λες και, αν βρούμε το γιατί, θα αλλάξει το αποτέλεσμα.
Και τι γίνεται αν δεν αξίζει; Αν το κουβάρι δεν λύνεται, αν δεν υπάρχει άκρη που να οδηγεί κάπου; Αν οι κόμποι του είναι δεμένοι τόσο σφιχτά που κάθε προσπάθεια να τους χαλαρώσουμε φέρνει μόνο μεγαλύτερη φθορά;
Οι άνθρωποι χανόμαστε στα «πρέπει να μιλήσουμε». Στις ατελείωτες συζητήσεις, στις αναλύσεις, στις εξηγήσεις. Σαν να έχουμε ανάγκη ένα κλείσιμο, μια σφραγίδα που να λέει ότι το προσπαθήσαμε μέχρι τέλους. Λες και αυτό θα μας κάνει να νιώσουμε καλύτερα.
Δεν θα μας κάνει.
Γιατί όταν ξέρεις το τέλος, δεν έχει νόημα να επιμένεις στη μέση. Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι. Ή μένουμε μαζί και κουβαλάμε το κουβάρι όπως είναι – με τα λάθη, τις πληγές και τις σιωπές του – ή φεύγουμε και το αφήνουμε πίσω. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει.
Είτε μ’ αγαπάς και δέχεσαι τις σκιές μου. Είτε σ’ αγαπώ και μένω να παλέψουμε μαζί. Είτε αγαπώ εμένα πιο πολύ και σε αφήνω με ένα χαμόγελο και ένα χάδι, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς άλλο χαμένο χρόνο.
Και φεύγοντας, παίρνω και το κουβάρι μαζί μου. Δεν θα το αφήσω να μείνει εκεί, να μας στοιχειώνει. Δεν θα το αφήσω να γίνει ερώτηση που δεν απαντήθηκε, ιστορία που έμεινε μισή.
Γιατί τα λάθη μου και τα σκουπίδια μου, πάντα μόνη μου τα πετούσα.
