Γράφει η Μαρία Αρφαρά
Κάποτε τα καλοκαίρια είχαν μια γεύση διαφορετική. Ένα παγωτό, μια αλάνα και μια ολόκληρη ζωή μπροστά μας. Μια ζωή που τότε φάνταζε τόσο μακρινή. Ένα παρόν χωρίς έννοιες, προβλήματα και άγχος. Η μοναδική μας έγνοια ήταν, στο τέλος του καλοκαιριού, να αναδειχθούμε νικητές στο πρωτάθλημα για τον μεγαλύτερο αριθμό παγωτών που είχαμε φάει και για τα περισσότερα μπάνια που είχαμε κάνει στην καταγάλανη θάλασσα.
Εκείνη η αλάνα χωρούσε τα πάντα. Γέλια, παιχνίδια, φωνές, μικρούς καβγάδες και μεγάλες συμφιλιώσεις. Και στο τέλος της ημέρας, το χαμόγελο ευτυχίας στα πρόσωπά μας επιβεβαίωνε πως παρά τις μικρές μας διαφωνίες δεν είχε μείνει μέσα μας η παραμικρή πικρία παρά μόνο χαρά.
Πού πήγαν άραγε εκείνες οι αλάνες;
Αντικαταστάθηκαν από τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι νικητές του μεγαλύτερου αριθμού παγωτών που καταναλώθηκαν; Αντικαταστάθηκαν από τις νίκες στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Τα τραύματα στα χέρια και στα γόνατα από το παιχνίδι; Αντικαταστάθηκαν από τραύματα στην ψυχή.
Τα γέλια και οι φωνές στις γειτονιές; Σώπασαν και αντικαταστάθηκαν από φατσούλες στα chat και από τον ήχο του πληκτρολογίου.
Οι συναντήσεις των γειτόνων στα μπαλκόνια; Έγιναν βιντεοκλήσεις ή κλείστηκαν πίσω από τις ερμητικά κλειστές πόρτες της καχυποψίας και της απομόνωσης.
Εκείνα τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας νοσταλγώ. Τότε που η εξερεύνηση στις γειτονιές, μια βόλτα με το ποδήλατο και το χτίσιμο των δικών μας παιδικών σπιτιών με λίγα τούβλα, ίσα ίσα για να σχηματίσουμε ένα τραπέζι και δυο καρέκλες, στις πολυκατοικίες που ήταν ακόμη στα μπετά, μας έκαναν πραγματικά ευτυχισμένους και όχι τα υλικά αγαθά. Τότε που η γιαγιά και οι τηγανιτές της πατάτες ολοκλήρωναν το ονειρεμένο μας καλοκαίρι και το παζλ των αναμνήσεων μας.
Γιατί ίσως τελικά αυτό να ήταν το μυστικό εκείνων των καλοκαιριών.
Δεν είχαμε πολλά.Είχαμε όμως ο ένας τον άλλον.
Και είχαμε χρόνο να παίξουμε, να γελάσουμε, να μαλώσουμε και να ξανασυμφιλιώσουμε. Χρόνο να βαρεθούμε, να ονειρευτούμε, να εξερευνήσουμε. Χρόνο να ζήσουμε.
Και ίσως γι’ αυτό τόσα χρόνια μετά εκείνα τα καλοκαίρια να μοιάζουν τόσο μακρινά, αλλά ταυτόχρονα τόσο κοντά στην καρδιά μας.
Γιατί τα πιο όμορφα καλοκαίρια δεν τελειώνουν ποτέ.
Μένουν για πάντα μέσα μας, σαν μια γλυκιά γεύση από παγωτό, σαν το αλάτι της θάλασσας πάνω στο ηλιοκαμένο δέρμα μας και σαν τη μυρωδιά από τις τηγανητές πατάτες της γιαγιάς.
Μένουν εκεί για να μας θυμίζουν πως κάποτε υπήρξαμε παιδιά
