Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Υπάρχει μια στιγμή που σταματάς να πονάς. Όχι γιατί έγινες δυνατός. Ούτε γιατί ξέχασες. Σταματάς γιατί ξενέρωσες. Κι αυτό είναι πιο δυνατό από θυμό, πιο καθαρό από εκδίκηση, πιο λυτρωτικό από κάθε απάντηση που περίμενες να πάρεις και δεν ήρθε ποτέ.
Το ξενέρωμα δεν έρχεται απότομα. Δεν κάνει θόρυβο. Δεν πετάει πράγματα από μπαλκόνια, δεν γράφει μεγάλα αντίο, δεν ζητά εξηγήσεις. Έρχεται αθόρυβα. Σαν κάτι μέσα σου να κουράστηκε να πολεμάει μόνο του. Έρχεται όταν πιάνεις τον εαυτό σου να μην περιμένει μήνυμα. Όταν σταματάς να κοιτάς ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος θυμήθηκε και ποιος ξέχασε. Όταν δεν φτιάχνεις σενάρια μέσα στο κεφάλι σου τα ξημερώματα. Όταν σταματάς να υπερασπίζεσαι ανθρώπους που σε πλήγωσαν περισσότερο από όσο σε αγάπησαν.
Ο θυμός έχει ακόμα συναίσθημα. Έχει προσμονή. Έχει μια κρυφή ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Το ξενέρωμα δεν θέλει αλλαγή. Θέλει απόσταση. Είναι εκείνη η στιγμή που βλέπεις ξανά τα πράγματα χωρίς φίλτρα. Χωρίς δικαιολογίες. Χωρίς τη δική σου ανάγκη να σώσεις κάτι που είχε τελειώσει πολύ πριν το παραδεχτείς.
Και το πιο δύσκολο δεν είναι να δεις τον άλλον όπως πραγματικά είναι. Είναι να δεις εσένα. Να δεις πόσες φορές έκανες εκπτώσεις. Πόσες φορές βάφτισες τον φόβο υπομονή. Πόσες φορές έπεισες τον εαυτό σου να αντέξει λίγο ακόμα. Να περιμένει λίγο ακόμα. Να δώσει κάτι παραπάνω.
Μέχρι που μια μέρα κουράζεσαι.
Και τότε συμβαίνει κάτι περίεργο. Αντί να διαλυθείς, ελευθερώνεσαι.
Γιατί όσο περιμένεις, είσαι δεμένος. Όσο επιμένεις εκεί που όλα έχουν αδειάσει, είσαι δεμένος. Όσο ψάχνεις εξηγήσεις από ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ την πρόθεση να σου δώσουν αλήθεια, είσαι δεμένος.
Το ξενέρωμα κόβει τα σχοινιά.
Και κάπου εκεί αρχίζεις να σώζεις τον εαυτό σου.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν φεύγουν από τη ζωή σου όταν τους χάνεις.
Φεύγουν τη μέρα που σταματάς να τους θαυμάζεις.
Και καμιά φορά, εκεί ακριβώς ξεκινά η λύτρωση.
