Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Μ’ αρέσει να ποντάρω σε σένα. Στο βλέμμα σου, στη θλίψη, που στεγνώνει τα μάτια σου και στα χείλη που ρυτιδιάζουν στο φως.
Δεν μπορεί να σταθεί πλάι σου ο χρόνος. Δεν μπορεί να περιμένει στη στάση. Δεν μπορεί να κυλά μηχανικά στην κλεψύδρα, όπως έκανε τότε. Δειλιάζει στην όψη σου, τρέμει στον ήχο της καρδιάς σου. Φοβάται κι αυτός μέσα στο χάος, όπως φοβάμαι κι εγώ όταν είμαι μαζί σου.
Θέλω να μείνω κοντά στην ανάσα σου, να μετράω τ΄ αστέρια και να ρουφάω τις σκέψεις σου. Για κοίτα ψηλά τις αχτίδες! Καρφώνουν τα σύννεφα και σχηματίζουν τροχιές. Δεν έχουν κάποιο προορισμό, απλά μας χαζεύουν, δεν μας ανήκουν. Βρίσκονται εκεί κι είμαστε εδώ.
Είναι εκεί για να μας θυμίζουν πως κάποτε υπήρξαμε έφηβοι, πως κάποτε ξενυχτούσαμε στη σιωπή για μια αγάπη που έφυγε και μας άφησε μόνους. Μια αγάπη που σάλπαρε σ’ άλλα λιμάνια και σ’ άλλες στεριές δίχως ξανά να γυρίσει.
Δεν είναι μόνο τα σύννεφα είναι κι οι τόποι. Σαν χτες σε θυμάμαι στο κιόσκι, πλάι στο κύμα, να πετάς βότσαλα με ένα ρολόι στο χέρι. Με περίμενες, ήσουν εκεί. Ήμουν για σένα κι ήσουν για μένα.
Άλλες φορές μύριζαν τα πεύκα, αρώματα ξένα, κοντά στην αυλή. Σε κάθε σκαλοπάτι χάραζα σκέψεις, στιχάκια δικά σου ακατανόητα, με άρωμα άνοιξης και καλοκαιριού. Πόσες λέξεις, πόσα βλέμματα, πόσες ανάσες περπάτησαν; Τα μέτρησες ποτέ; Τα ίδια πεύκα μας κοιτούν, στην ίδια αυλή και στα ίδια σκαλοπάτια.
Η λεβάντα σου μυρίζει ακόμη. Ήταν τότε που βαδίσαμε μαζί στο λιμάνι. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου λείπει. Μου λείπει το απροσδιόριστο χρώμα των ματιών, που καθρεπτίζει τη θάλασσα και τον ήλιο μαζί. Μου λείπει το κόκκινο των χειλιών, που σκάνε απ’ τη ζέστη και ρουφούν το χυμό. Μου λείπει η αγκαλιά, που συμπληρώνει το κενό κάθε αδυναμίας. Είναι το θάρρος, που νιώθει κανείς μέσα της ότι μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο και να χρωματίσει καθετί μαύρο.
Πόσο δύσκολο να ταιριάξεις το γαλάζιο της θάλασσας με το καφέ του βουνού! Κλείνω τα μάτια κι είσαι πάλι εκεί. Ένας έρωτας εφηβικός, που κοιτά το ρολόι, πετά πολύχρωμα βότσαλα και μετρά κάθε καρδιοχτύπι.
