Γράφει η Αντωνία Χατζηγιάννη
Είναι παράξενο πόσο εύκολα υποτιμάς εκείνους που σε αγαπούν βαθιά. Νομίζεις πως πάντα θα μένουν, πως δεν θα τελειώσουν ποτέ τα αποθέματα υπομονής, πως όση αγάπη και να ξοδέψεις άσκοπα, πάντα θα υπάρχει κι άλλη.
Έκανες λάθος. Η καρδιά δεν είναι ανεξάντλητη πηγή. Κουράζεται. Σπάει. Και φεύγει, όταν νιώσει ότι εξάντλησε κάθε σταγόνα αντοχής. Όταν τα λόγια γίνονται μαχαίρια κι η σιωπή γίνεται δηλητήριο, η φυγή δεν είναι αδυναμία—είναι η μόνη σωτηρία.
Έτσι κι εκείνη. Κάποτε σε κοίταζε σαν να ήσουν το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Συγχωρούσε εύκολα, ξεχνούσε ακόμα πιο γρήγορα. Άντεχε τις δύσκολες μέρες σου, δικαιολογούσε την ψυχρότητα, τη σκληρότητα, ακόμα και την προσβολή. Πίστευε πως πίσω από τον θυμό σου κρύβεται φόβος μην τη χάσεις.
Μα εσύ τη θεωρούσες δεδομένη. Πίστεψες πως πάντα θα σε περιμένει, ακόμα και στις στιγμές που την έδιωχνες με κάθε τρόπο. Στην πραγματικότητα, όμως, η φυγή της ήταν η απόλυτη μορφή αυτοπροστασίας. Επέλεξε την αξιοπρέπεια από το να ζει κάτω από τη σκιά του θυμού και της ανασφάλειάς σου.
Και τώρα; Τώρα συνειδητοποιείς ότι ήταν μοναδική. Ότι κανείς άλλος δεν θα αντέξει τη σκοτεινή πλευρά σου, ούτε θα συγχωρήσει τόσο εύκολα όσο εκείνη. Ψάχνεις παρηγοριά σε αναμνήσεις, χαμένος ανάμεσα σε φωτογραφίες και τραγούδια που πονάνε όσο καμία άλλη ανάμνηση.
Αλλά είναι αργά. Πολύ αργά για δάκρυα, πολύ αργά για εξηγήσεις. Δεν αρκεί να παραδέχεσαι το λάθος σου μόνο όταν έχεις χάσει το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής σου. Η αλήθεια σου σε περίμενε εκεί μπροστά σου, αλλά εσύ έκλεινες τα μάτια.
Η τιμωρία σου; Να βλέπεις τη ζωή της να προχωρά χωρίς εσένα, να προσπαθείς να μάθεις νέα της μέσα από χαραμάδες και ψεύτικα προφίλ. Να καταλαβαίνεις, τώρα που την έχασες, τι σημαίνει πραγματικά αγάπη.
Όσο για εκείνη, επέλεξε τον εαυτό της. Κι εσύ, έμεινες με τον εαυτό σου—και μόνο αυτόν. Και είναι πολύ βαρύ το φορτίο που πρέπει να κουβαλήσεις από εδώ και πέρα, γιατί ξέρεις πως έχεις εσύ την ευθύνη.
Καλή τύχη με τις τύψεις σου.
