Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπάρχει μια στιγμή -ναι, αυτή που κρατάς το κινητό στο χέρι, σε σκοτεινό δωμάτιο-, στις 3 τα ξημερώματα και τα δάχτυλά σου απλώς αιωρούνται πάνω στην οθόνη, σα να ζητάνε άδεια. Γράφεις, σβήνεις, ξαναγράφεις, ξανασβήνεις. Και τελικά αφήνεις το τηλέφωνο πάνω στο τραπέζι και κοιτάζεις το ταβάνι πεπεισμένη ότι το να θέλεις κάποιον είναι σαν να κάνεις κάποιο λάθος.
Πού το μάθαμε αυτό;
Κάπου στην πορεία θεωρήσαμε φυσιολογικό ότι τα συναισθήματα για κάποιον που μάς αρέσει είναι κάτι που πρέπει να κρύβεται, σαν λεκές που δε θες να φαίνεται. Μπαίνουμε στις σχέσεις προσεκτικά, όπως όταν μπαίνουμε σε ένα ξένο σπίτι πρώτη φορά. Διστακτικοί, προσπαθώντας να μην ταράξουμε την καθημερινότητα του ανθρώπου που του ανήκει το σπίτι. Φοβισμένοι, προσπαθούμε να μην αφήσουμε αποτυπώματα. Να αγαπάμε ήσυχα. Να χρειαζόμαστε χωρίς να φαίνεται. Να διψάμε για αγάπη, αλλά να φοράμε το «όλα καλά» σαν πανοπλία.
Κι όμως, η αγάπη δεν είναι ένα δωμάτιο που μπαίνεις κρατώντας την ανάσα σου. Θυμάσαι εκείνη τη φορά που ήρθε εκείνος σπασμένος; Από τη δουλειά, τη ζωή, ίσως από τον ίδιο του τον εαυτό. Κι εσύ τον κράτησες. Δε σκέφτηκες πόσο σε κουράζει, αλλά ένιωσες «καλά που ήρθε σε μένα». Η ευαλωτότητά του δεν ήταν βάρος, ήταν εμπιστοσύνη. Σαν να σε διάλεξε για καταφύγιο. Γιατί όταν εσύ είσαι διαλυμένη δηλαδή, νιώθεις ότι πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη για το ότι απλά υπάρχεις;
Η πραγματική οικειότητα μοιάζει με δύο ανθρώπους που δεν κρατάνε πια την ανάσα τους. Που μπορείς να πεις «σήμερα δεν αντέχω ούτε το πετσί μου» και να ξέρεις ότι δε θα μείνεις μόνη. Δε χτίζεται στα όμορφα λόγια, στα ωραία βράδια και τα ταξίδια. Χτίζεται εκείνη τη νύχτα που έκλαψες χωρίς λόγο και εκείνος δε ζήτησε εξήγηση. Απλώς έμεινε.
Το να αφήσεις κάποιον να σε δει ολόκληρη είναι ίσως η πιο τρομακτική πράξη αγάπης που υπάρχει. Γιατί δεν ξέρεις τι θα κάνει με αυτό που θα δει. Μπορεί να φύγει. Αλλά αν μείνει -αν μείνει αφού σε δει- τότε ξέρεις. Δε μαντεύεις πια. Ξέρεις.
Αν έχεις συνηθίσει να μικραίνεις για να χωρέσεις, αν λες συνέχεια «δεν πειράζει» όταν κάτι σε πειράζει, αν νιώθεις τα συναισθήματά σου σαν βάρος που ο άλλος απλώς ανέχεται, τότε ναι… δεν είσαι σε σχέση. Είσαι απλώς σε επιβίωση.
Η αγάπη που αξίζεις δε θέλει να μαζεύεσαι και να κρύβεσαι. Θέλει να είσαι ανοιχτό βιβλίο με όλο του το χάος, τις ρωγμές, και ναι, να έχεις ανάγκη να του μιλήσεις στις 3 τα ξημερώματα που λες τα πιο περίεργα και ασυνάρτητα -ενδεχομένως- πράγματα.
Η παρουσία σου δεν είναι βάρος. Είναι το μόνο που ζητά μια πραγματική αγάπη.
