Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Και τώρα που με τη μάσκα της χαλαρότητας λέμε τις μεγαλύτερές μας αλήθειες; Τώρα που γελάμε ακριβώς εκεί που κανονικά θα έπρεπε να σωπάσουμε; Που πετάμε ένα «σε χρειάζομαι» ανάμεσα σε δυο μαλακίες, έτσι, για να μπορούμε μετά να κάνουμε πως δεν ακούστηκε;
Ακούστηκε. Και το ξέρουμε κι οι δυο.
Τώρα που το «ποτέ σου» έπαψε να είναι απειλή και έγινε σχεδόν υπόσχεση. Τώρα που ξέρω πως δεν μπορώ να σε αφήσω. Και το χειρότερο; Ξέρω πως δεν μπορείς να με αφήσεις ούτε εσύ.
Ωραία τα καταφέραμε.
Τόσο καιρό προσέχαμε τις λέξεις. Μην πούμε πολλά, μην εκτεθούμε, μην παραδεχτούμε. Μην πάρει αυτό που συμβαίνει όνομα και μετά άντε να το μαζέψεις. Και τελικά τα είπαμε όλα. Απλώς τα είπαμε γελώντας.
Λες και αν χαμογελάς την ώρα που παραδίνεσαι, δεν μετράει για παράδοση. Λες και αν πεις «σε θέλω» λίγο πιο ανάλαφρα, καίει λιγότερο.
Δεν καίει λιγότερο.
Γιατί τώρα ξέρω. Ξέρω πού σε βρίσκω όταν κρύβεσαι. Ξέρεις πού με πονάς χωρίς καν να με αγγίξεις. Ξέρουμε ακριβώς τι κάνουμε ο ένας στον άλλον και συνεχίζουμε.
Ούτε αθώοι είμαστε πια, ούτε ανυποψίαστοι. Και κυρίως δεν έχουμε εκείνο το βολικό «δεν ήξερα» για μετά.
Ξέρουμε. Καλά.
Κι όμως μένουμε εδώ. Εσύ απέναντί μου. Εγώ απέναντί σου. Με όλες τις εξόδους ανοιχτές και κανέναν από τους δύο να φεύγει.
Οπότε τώρα;
Τώρα τίποτα.
Δεν θα σου πω «μείνε». Δεν θέλω να μου πεις «μη φύγεις». Αυτά τα λένε ακόμα όσοι πιστεύουν πως υπάρχει επιλογή.
Εμείς την κάναμε την επιλογή μας κάπου ανάμεσα στα «ποτέ», στα «δεν γίνεται», στα «μην το κάνουμε δύσκολο» και σε όλα εκείνα που λέγαμε για να κρατάμε μια πόρτα ανοιχτή.
Μόνο που κάποια στιγμή σταματήσαμε να τη χρειαζόμαστε. Γιατί το δύσκολο δεν είναι να παραδεχτείς ότι δεν μπορείς να αφήσεις έναν άνθρωπο. Το δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι μπορείς.
Μια χαρά μπορώ να φύγω.
Κι εσύ μπορείς.
Απλώς κανείς μας δεν θέλει.
Και τώρα άντε να το βαφτίσεις αυτό «χαλαρά».
