Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Ξυπνάτε ωρέ, λίγο πάθος. Πάθος για τη ζωή, για την πάρτη σας, πάθος για ζωή γενικά, για δουλειά, ναι και για δουλειά, πάθος στον έρωτα, πάθος για αγάπη για όλα βασικά, μην αρχίσω να απαριθμώ.
Πάθος, γιατί χωρίς αυτό, χανόμαστε φίλε μου.
Βέβαια αυτό ή το έχεις ή όχι. Ή γεννιέσαι ή όχι, δεν γίνεσαι αγάπη μου με το ζόρι, πόσο ακόμα παθιασμένος, πόσο ακόμα ευτυχισμένος, εδώ δεν ψάχνουμε για αποκούμπι.
Υπάρχουν μωρά αγέννητα από την κοιλιά της μάνας τους, που χτυπιούνται, κλωτσάνε για να βγουν από εκεί μέσα, να βγουν από τα σκοτάδια για να έρθουν στο φως και να ζήσουν μια ζωή μέσα στο πάθος, μια ζωή με ένταση. Μα τα βλέπεις, ακόμα και στο μαιευτήριο κλωτσάνε, τα λεγόμενα πυρέξ, εκείνα ξέρεις που τα βάζουν μέσα φασκιωμένα για να στα δώσουν μετά και να σου χαρίσουν το πιο όμορφο χαμόγελό τους με μάτια λαμπερά που πετούν σπίθες και καίνε ότι υπάρχει γύρω τους.
Ζωή βρε κοιμισμένα πλάσματα, με πάθος, ένταση, τα πάντα όλα μέσα της με ότι και αν έρθει, με ότι και αν πάει γιατί ότι και αν έρθει αν βρει τοίχο θα φάει τα μούτρα του και θα γεμίσει αίματα και σπασμένα δόντια και θα σηκωθεί να φύγει τρέχοντας γοργά με το κεφάλι χαμηλά, ηττημένο και καταδικασμένο στη λύπη του.
Δώσε πάθος στη ζωή σου σου λέω. Δώσε κούτελο ψηλά και χείλη μποτοξαρισμένα από το γέλιο και ρυτίδες στα μάτια από την χαρά. Να σε βλέπουν με ρυτίδες και να σου λένε πως χαμογελάς πολύ, να σου λένε…
Βασικά να μην σε νοιάζει τι σου λένε μα να σε νοιάζει η ψυχή σου να είναι χαρούμενη και η ανάσα σου να μπαίνει μέσα σου και να φτάνει μέχρι το τελευταίο όργανο της κοιλιάς σου και να τη γεμίζει αέρα, να τη φουσκώνει ευτυχία.
Μόνος σου ναι, αν χρειαστεί και μόνος σαν εκείνους που κρέμονται από τα κάγκελα και χαμογελούν.
Λίγο πάθος ωρέ, πάθος για τη ζωή, για ζωή.
Πάθος…
