Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Η προδοσία μετράει διπλή όταν έρχεται από εκείνον που σε ήξερε καλύτερα. Εκείνον που κάποτε κοίταξες στα μάτια και πίστεψες ότι δεν θα γυρίσει ποτέ την πλάτη. Που του είπες τα πάντα, ακόμη κι εκείνα που δεν ήξερες ότι ήθελες να πεις. Που του έδειξες πλευρές του εαυτού σου που έκρυβες απ’ όλους τους άλλους. Κι εκείνος, αντί να τις κρατήσει σαν θησαυρό, τις χρησιμοποίησε σαν όπλα.
Δεν σε πλήγωσε επειδή δεν σε ήξερε. Σε πλήγωσε επειδή σε ήξερε καλά. Επειδή μπορούσε. Επειδή ήξερε πού πονάς. Κι εκεί ακριβώς σημάδεψε. Στην καρδιά που του άνοιξες χωρίς όρους. Στην ψυχή που του είπες “μπες, είναι ασφαλές εδώ”. Και τώρα αυτό το μέσα, το κουβαλάς ρημαγμένο.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο άγριο από μια προδοσία που φοράει το πρόσωπο της οικειότητας. Από εκείνον που γνώριζε πώς ανασαίνεις, πώς σωπαίνεις, πώς καταρρέεις. Και το αγνόησε. Ή –ακόμη χειρότερα– το εκμεταλλεύτηκε. Κι εσύ δεν το είδες να έρχεται. Γιατί το κακό δεν έμοιαζε με εχθρό. Έμοιαζε με σπίτι.
Δεν ξέρεις αν πρέπει να θυμώσεις ή να θρηνήσεις. Να φωνάξεις ή να σωπάσεις. Να γράψεις ή να ξεχάσεις. Γιατί πονάει αλλιώς όταν σε προδίδει κάποιος που ήξερες ότι ξέρει. Που τον άφησες να σε δει γυμνή, άοπλη, με τις πληγές σου ορθάνοιχτες και το φως σου άγριο.
Αλλά τώρα ξέρεις. Και δεν θα ξεχάσεις. Όχι από εκδίκηση. Από ανάγκη αυτοπροστασίας. Γιατί κάποτε τον πίστεψες. Και σήμερα, εσύ πρέπει να πιστέψεις ξανά εσένα.
