Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Ήταν εκείνη. Η πιο ξεχωριστή. Όχι επειδή ήταν τέλεια, αλλά επειδή ήταν αληθινή. Επειδή δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει κάποια άλλη για να σου αρέσει. Δεν παρακάλεσε, δεν υποκρίθηκε, δεν έκρυψε. Στάθηκε μπροστά σου με όλα της τα φώτα και όλα της τα σκοτάδια, και σου είπε: «Αυτό είμαι». Κι εσύ για πρώτη φορά ένιωσες ότι αυτό είναι αρκετό.
Δεν την ξεπέρασες, γιατί δεν την ήθελες σαν τις άλλες. Την ήθελες γιατί σε προκαλούσε, σε διάβαζε, σε ένιωθε. Ήταν το βλέμμα που σου γύριζε τον καθρέφτη, η φωνή που έκοβε τις σιωπές σου, το άγγιγμα που σε πήγαινε λίγο πιο πέρα από εκεί που ήξερες. Μαζί της, δεν έπαιζες ρόλους. Δεν φορούσες πανοπλίες. Ήσουν αληθινός.
Ήταν εκείνη που δεν σε είχε ανάγκη, αλλά σε ήθελε. Που δεν στάθηκε ποτέ σκιά σου, αλλά ίσα δίπλα σου. Που δεν σου είπε «αν φύγεις, θα πεθάνω», αλλά σε έκανε να αναρωτιέσαι τι νόημα έχει η ζωή χωρίς εκείνη. Και όταν έφυγε – ή όταν την άφησες – κάτι μέσα σου έμεινε μισό.
Και πέρασαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια… και δεν τη βρήκες πουθενά. Ίσως γνώρισες πιο ήσυχες. Ίσως πιο πρόθυμες. Ίσως πιο βολικές. Αλλά καμία δεν ήταν εκείνη. Καμία δεν άναψε την ψυχή σου έτσι. Καμία δεν σε κοίταξε σαν να βλέπει όλα τα κομμάτια σου και να τα αγαπάει. Ακόμα κι εκείνα που εσύ έκρυβες.
Γι’ αυτό δεν την ξεπέρασες ποτέ. Γιατί δεν ξεπερνάς εκείνον που σε γνώρισε με τον εαυτό σου. Εκείνον που έγινε σημείο αναφοράς. Που, ακόμα κι από μακριά, σου έμαθε τι αξίζει να κρατάς για πάντα.
