Γράφει η Άννα Παπαϊωάννου
Με ρώτησες τι είναι αγάπη.
Το ‘πες ξαφνικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να ήσουν σίγουρος ότι ήξερα την απάντηση.
Και ήξερα.
Αγάπη δεν είναι τα μεγάλα λόγια. Δεν είναι οι όρκοι και τα υποσχόμενα «για πάντα». Δεν είναι τα λουλούδια που μαραίνονται μετά από δυο μέρες, ούτε τα φιλιά που δίνονται χωρίς ψυχή.
Αγάπη δεν είναι η φωτιά που καίει στην αρχή. Εκείνη είναι επικίνδυνη, δυνατή, ανεξέλεγκτη. Σου παίρνει τα μυαλά, σου καίει το κορμί, σε κάνει να νιώθεις αθάνατος. Αλλά έρχεται η στιγμή που σβήνει. Και τότε καταλαβαίνεις.
Αγάπη είναι ό,τι μένει όταν η φωτιά γίνει στάχτη.
Είναι τα μάτια που ψάχνεις πρώτα μέσα στο πλήθος.
Είναι τα χέρια που θυμάσαι πώς ακουμπάνε το κορμί σου ακόμα κι όταν δεν είναι εκεί.
Είναι η φωνή που ακούς μέσα στο κεφάλι σου ακόμα κι όταν υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Είναι το σπίτι που επιστρέφεις, είτε το σώμα σου είναι εκεί είτε όχι.
Αγάπη είναι το «ανήκω».
Γιατί το να αγαπάς είναι εύκολο. Όλοι αγαπούν. Λίγοι, όμως, ανήκουν. Λίγοι βρίσκουν έναν άνθρωπο και ξέρουν ότι δεν έχει σημασία πού πάνε, τι συμβαίνει, τι καταστρέφεται γύρω τους – εκείνοι θα είναι πάντα εκεί.
Ανήκω σημαίνει να μη χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.
Να μη φοβάσαι πως θα γυρίσεις και δεν θα είναι εκεί.
Να ξέρεις πως, όσος χρόνος κι αν περάσει, όσα κι αν συμβούν, εκείνο το βλέμμα, εκείνη η αίσθηση, εκείνο το «μαζί» δεν θα αλλάξει.
Ανήκω σημαίνει πως ακόμα κι αν όλα διαλυθούν, θα ξαναφτιάξουμε κάτι από το τίποτα.
Γι’ αυτό, όταν με ρώτησες τι είναι αγάπη, δεν δίστασα.
Αγάπη είναι εκεί που ανήκω.
Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό;
Ότι αγάπη… είσαι εσύ.
