Γράφει ο Γιώργος Λυμπεράκης
Εσύ επένδυες το μέλλον σου κι εγώ την καρδιά μου. Κι αυτή δεν ήταν απλώς μια διαφορά στρατηγικής. Ήταν σύγκρουση αξιών.
Εσύ μιλούσες για ασφάλεια, για πλάνα, για σωστές κινήσεις, για το πώς «δεν πρέπει να ρισκάρουμε». Μετρούσες τα πάντα πριν τα ζήσεις. Έβαζες ημερομηνίες, όρια, προϋποθέσεις. Ήθελες να ξέρεις πού πάει αυτό, τι θα γίνει μετά, αν συμφέρει. Δεν ήσουν ψυχρή. Ήσουν απλώς μαθημένη να επιβιώνεις με το μυαλό μπροστά και την καρδιά δεμένη πίσω.
Εγώ πάλι έμπαινα χωρίς κράνος.
Δεν ρώτησα αν αξίζει, ρώτησα αν είναι αληθινό.
Δεν σκέφτηκα αν θα κρατήσει, σκέφτηκα αν με καίει.
Έβαλα μέσα ό,τι είχα, ό,τι ήμουν, ό,τι φοβόμουν. Δεν ήξερα να αγαπάω με μέτρο. Ήξερα μόνο να αγαπάω ολόκληρα.
Και κάπου εκεί χάσαμε τη γλώσσα μας.
Εσύ μιλούσες για επένδυση.
Εγώ μιλούσα για δέσιμο.
Εσύ έβλεπες σενάρια.
Εγώ έβλεπα μάτια.
Δεν φταίξαμε επειδή δεν αγαπηθήκαμε. Φταίξαμε γιατί αγαπήσαμε με άλλο νόμισμα. Κι όταν πας να κάνεις συναλλαγή με λάθος αξία, ό,τι κι αν δώσεις, ό,τι κι αν πάρεις, στο τέλος μένεις φτωχός.
Με κοιτούσες σαν ρίσκο.
Σε κοιτούσα σαν σπίτι.
Και δεν υπάρχει πιο άδικο πράγμα από το να προσπαθείς να χτίσεις μέλλον με κάποιον που απλώς ήθελε να νιώσει.
Δεν σου κρατάω κακία. Αλήθεια.
Κατάλαβα αργά πως δεν γίνεται να ζητάς από έναν άνθρωπο που έμαθε να προστατεύεται, να εκτεθεί. Όπως δεν γίνεται να ζητάς από κάποιον που έμαθε να καίγεται, να μετράει τις φλόγες.
Απλώς δεν ταιριάξαμε στο ίδιο τραπέζι.
Εσύ ήθελες απόδοση.
Εγώ ήθελα αλήθεια.
Και στο τέλος, κορίτσι μου, δεν χάσαμε επειδή δεν προσπαθήσαμε.
Χάσαμε γιατί παίζαμε διαφορετικό παιχνίδι, με διαφορετικούς κανόνες, και κυρίως… με διαφορετική καρδιά.
