Γράφει η Αστέρω
Ας κόψουμε τις τσιριτσάντζουλες. Αν κάποιος σε ήθελε πραγματικά, δε θα χρειαζόταν να κάνεις τον ντετέκτιβ σε ένα μήνυμα στις τρεις τα ξημερώματα ή σε ένα “καλημέρα” που έρχεται μια φορά στις δέκα σαν ελεημοσύνη.
Θα το ήξερες. Χωρίς να ρωτήσεις κανέναν, χωρίς να το συζητήσεις με τρεις φίλες.
Το βλέπεις στο πόσο γρήγορα απαντάει όταν δεν έχει κανέναν λόγο να καθυστερήσει. Το βλέπεις στο πόσο εύκολα βρίσκει χρόνο. Γιατί ο χρόνος πάντα βρίσκεται για όσα θέλουμε πραγματικά, όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες με ωραίο περιτύλιγμα. “Είχα δουλειά” σημαίνει “δεν ήσουν προτεραιότητα”. Τόσο απλά.
Ξέρω, ακούγεται σκληρό. Αλλά δεν είναι ούτε το μισό απ’ όσο σκληρό είναι να ξοδεύεις μήνες αναλύοντας τη σιωπή κάποιου σαν να είναι αρχαίο κείμενο προς αποκρυπτογράφηση. “Μπορεί να είναι ντροπαλός”, “Μπορεί να φοβάται τα συναισθήματά του”. Μπορεί, ναι. Ή μπορεί απλά να μην ενδιαφέρεται αρκετά ώστε να μπει στον κόπο.
Ο άνθρωπος που σε θέλει δε σε αφήνει να μαντεύεις. Δεν κάνει παιχνίδια με το πόσο θα περιμένεις. Δεν εξαφανίζεται και μετά επανεμφανίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα, μόνο όταν βολεύει εκείνον. Δε σε βάζει να αποδεικνύεις την αξία σου σαν να διεκδικείς θέση σε λίστα αναμονής.
Το ενδιαφέρον δεν είναι κρυπτογραφημένο μήνυμα. Είναι κραυγαλέα προφανές. Απλά βολεύει να μην το βλέπουμε έτσι. Φαίνεται στο ότι θυμάται πράγματα που είπες πρόχειρα. Στο ότι ρωτάει πώς πήγε αυτό που ανέφερες μία φορά στα πεταχτά. Στο ότι σε συστήνει, σε συμπεριλαμβάνει, δε σε κρατάει στο παρασκήνιο σαν μυστικό.
Ναι, υπάρχουν ντροπαλοί άνθρωποι. Υπάρχει φόβος. Αλλά η ντροπαλότητα δεν είναι δικαιολογία διαρκείας. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι αδέξιος στα λόγια για μια βδομάδα. Όχι για έξι μήνες. Αν η “ντροπαλότητα” κρατάει τόσο πολύ, δεν είναι πια ντροπαλότητα. Είναι απάντηση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρουμε να διαβάζουμε τα σημάδια. Το πρόβλημα είναι ότι προτιμάμε να χτίζουμε ολόκληρες θεωρίες πάνω στο τίποτα, γιατί η ελπίδα πονάει λιγότερο από την αλήθεια. Μέχρι να μάς τελειώσει.
Σταμάτα να ψάχνεις νόημα εκεί που υπάρχει μόνο σιωπή. Αν χρειάζεται να αναλύεις κάθε μήνυμα σαν πολιτική δήλωση, κάθε καθυστέρηση σαν διπλωματικό ανακοινωθέν, κάθε “θα σου πω” που δεν έρχεται ποτέ, τότε έχεις ήδη την απάντηση. Απλά κοστίζει να την παραδεχτείς.
Η επιθυμία δε χρειάζεται δικηγόρο να την υπερασπιστεί. Δε χρειάζεται εσένα να μιλάς για λογαριασμό κάποιου που δεν μπαίνει καν στον κόπο να μιλήσει ο ίδιος για τον εαυτό του.
Αν σε θέλει, θα το μάθεις χωρίς να χρειαστεί να το ψάξεις. Κι αν αναρωτιέσαι ακόμα, αν ψάχνεις ακόμα σημάδια, αν διαβάζεις ακόμα ανάμεσα στις γραμμές ενός ανθρώπου που δε σου γράφει καν αρκετές γραμμές, αυτό είναι ήδη η απάντηση.
Απλά δε σου αρέσει.
