Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δεν ξέρω γιατί έχουμε μάθει να πιστεύουμε πως ό,τι αξίζει πρέπει κάπως να φαίνεται. Να το ξέρουν οι φίλοι, να το βλέπουν οι γύρω, να υπάρχει μια εξήγηση που να στέκει όταν κάποιος ρωτήσει «τι φάση είστε εσείς οι δύο;».
Κάποιες φορές δεν υπάρχει καμία φάση για να εξηγήσεις.
Υπάρχουν απλώς δύο άνθρωποι που ξέρουν.
Ξέρουν τι έχει συμβεί μεταξύ τους. Ξέρουν τι έχουν πει, τι έχουν κρατήσει για τον εαυτό τους, πού έχουν κάνει πίσω και πού δεν μπόρεσαν. Ξέρουν και τα άσχημα. Γιατί είναι εύκολο να μιλάς για μια σχέση όταν θυμάσαι μόνο τα ωραία. Το δύσκολο είναι να ξέρεις τον άλλον και στις μέρες που δεν ήταν καθόλου εύκολο να τον αγαπήσεις.
Κι όμως, να είσαι ακόμη εκεί.
Οι δυο τους έχουν δικά τους πράγματα. Μικρές ιστορίες που αν τις διηγηθούν σε κάποιον τρίτο πιθανότατα δε θα καταλάβει γιατί γελάνε. Μια λέξη που για όλους σημαίνει κάτι απλό, αλλά για εκείνους σημαίνει μια ολόκληρη συζήτηση. Ένα βλέμμα που δε χρειάζεται μετάφραση. Ένα «εντάξει» που, ανάλογα με τον τόνο, μπορεί να σημαίνει από «μην το συνεχίζεις» μέχρι «έλα, κάτσε δίπλα μου».
Αυτά δε φαίνονται.
Και δε χρειάζεται να φαίνονται.
Γιατί όσο περισσότερο γνωρίζεις έναν άνθρωπο, τόσο λιγότερο σε ενδιαφέρει να εξηγήσεις τη σχέση σου μαζί του στους υπόλοιπους. Δεν είναι ότι κρύβεις κάτι. Απλώς κάποια πράγματα δεν είναι για κοινή χρήση.
Δε χρειάζεται να ξέρει κάποιος τρίτος γιατί μετά από έναν καβγά ξαναμιλήσατε. Δε χρειάζεται να καταλάβει γιατί αποφασίσατε να δώσετε άλλη μια ευκαιρία. Δε χρειάζεται να συμφωνήσει με το πώς αγαπιέστε.
Εσύ ξέρεις.
Κι εκείνος ξέρει.
Και μεταξύ σας υπάρχει όλο το υπόλοιπο.
Υπάρχουν φυσικά και οι αμφιβολίες. Υπάρχουν μέρες που ο ένας δεν καταλαβαίνει τον άλλον. Λόγια που βγαίνουν στραβά. Νεύρα για πράγματα ασήμαντα. Εκείνες οι φορές που λες «άστο τώρα» ενώ στην πραγματικότητα θέλεις να πεις ακριβώς το αντίθετο.
Δεν είναι τέλειο αυτό που έχουν.
Είναι δικό τους.
Και αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί μια σχέση δεν γίνεται αληθινή επειδή όλοι γύρω της την εγκρίνουν. Γίνεται αληθινή όταν οι δύο άνθρωποι που βρίσκονται μέσα της ξέρουν τι τους συνδέει και δε χρειάζονται τρίτους για να τους το επιβεβαιώσουν.
Οι δυο τους γνωρίζουν.
Γνωρίζουν τι είναι αυτό που τους κρατάει κοντά. Γνωρίζουν τι έχουν περάσει για να φτάσουν εδώ. Γνωρίζουν ο ένας τον άλλον λίγο περισσότερο απ’ όσο δείχνουν.
Και όχι, δε χρειάζεται να το καταλάβουν όλοι.
Γιατί κάποια πράγματα, ευτυχώς, δε χρειάζονται θεατές.
Αρκούν οι δυο τους.
