Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Τώρα που θα πεθάνω, βάλτε μου μια φωτογραφία του στην τσέπη μου, για να δείχνω σε όλους εκεί που θα πάω πόσο όμορφος είναι…
Να τους λέω πως εκείνος ήταν που έκανε την καρδιά μου να χτυπά αλλιώς, που μ’ έκανε να αγαπήσω τη ζωή, μόνο και μόνο επειδή υπήρχε.
Κι αν με ρωτήσουν τι πήρα μαζί μου φεύγοντας, θα τους δείξω τη φωτογραφία του, χαμογελώντας.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μένουν πίσω όταν φεύγεις. Τους κουβαλάς μέσα σου, ακόμα κι απέναντι στην αιωνιότητα.
Και ίσως τότε να καταλάβουν πως ο έρωτας δεν τελειώνει με έναν αποχαιρετισμό. Υπάρχουν άνθρωποι ρε συ, που ριζώνουν τόσο βαθιά μέσα σου, που ούτε ο χρόνος,ούτε καν ο θάνατος μπορούν να τους αγγίξουν.
Θα κρατώ λοιπόν, τη φωτογραφία του σφιχτά, σαν φυλαχτό και θα λέω περήφανα πως κάποτε τα μάτια αυτά, ήταν το σπίτι μου.
Πως μέσα στην αγκαλιά του ησύχαζαν όλοι οι φόβοι μου, γινόμουν δυνατή κι ας μην κράτησε για πάντα.
Κι αν μου δοθεί μια δεύτερη ζωή, πάλι εκείνον θα ψάξω μέσα στο πλήθος.
Γιατί υπάρχουν ψυχές που, όσες φορές κι αν γεννηθούν, πάντα η μία θα αναγνωρίζει την άλλη.
Και θα σε περιμένω…σε κάθε ζωή, σε κάθε ουρανό, σε κάθε απόσταση που θα μας χωρίζει.
Θα σε περιμένω όπως περιμένει η θάλασσα το φεγγάρι να την αγγίξει ξανά, όπως περιμένει ένα σπίτι το φως ν’ ανοίξει το πρωί τα παράθυρά του.
Ε Ψιτ θέλω να αργήσεις, να αργήσεις πολύ! Δεν με πειράζει αλήθεια!
Η αγάπη που άφησες μέσα μου, μου έμαθε να αντέχω στον χρόνο.
Μόνο έλα κάποτε.
Να σε δω άλλη μία φορά, να σου χαμογελάσω σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα, και να σου πω πως, ακόμα κι όταν όλα τελείωσαν, εγώ δεν έπαψα στιγμή να σ’ αγαπώ.
