Γράφει η Κατερίνα Παπαδοπούλου
Δεν υπάρχει πιο ύπουλο πράγμα από τις μισάνοιχτες πόρτες.
Αυτές που δεν κλείνουν ποτέ εντελώς, που αφήνουν χώρο να περάσει ο αέρας, που κρατούν μια ελπίδα ζωντανή, αλλά όχι αρκετά για να σε σώσει.
Αν θες να φύγεις, φύγε σωστά.
Όχι με σκιές, όχι με υπονοούμενα, όχι με ψεύτικες διαβεβαιώσεις πως «δεν φταις εσύ, φταίει η στιγμή».
Η στιγμή δεν φταίει ποτέ.
Φταίει που δεν ήθελες αρκετά. Φταίει που δεν άντεξες να μείνεις.
Αλλά μην παίζεις με τις αντοχές του άλλου.
Μην αφήνεις μισάνοιχτες πόρτες, γιατί ξέρεις πως κάποιος θα στέκεται πίσω τους και θα περιμένει.
Θα περιμένει ένα μήνυμα. Ένα σημάδι. Ένα «μου λείπεις».
Θα περιμένει την επιστροφή σου, επειδή εσύ δεν είχες τα κότσια να πεις ξεκάθαρα «δεν θα γυρίσω».
Δεν είναι γενναιότητα το να φεύγεις.
Γενναιότητα είναι να κλείνεις την πόρτα πίσω σου.
Να μην αφήνεις καμία αμφιβολία, κανένα «ίσως», κανένα «θα δούμε».
Γιατί το να αφήνεις εκκρεμότητες, να κρατάς τον άλλο σε μια συναισθηματική αναμονή, δεν είναι τίποτα άλλο παρά δειλία.
Δειλία, επειδή θέλεις να έχεις το περιθώριο να γυρίσεις αν τελικά δεν βρεις κάτι καλύτερο.
Αλλά δεν αξίζει να κρατάς κανέναν σε αναμονή.
Αν θες να φύγεις, φύγε σωστά.
Μη γυρίσεις πίσω να δεις αν μείνεις χαραγμένος στη μνήμη.
Αν ήσουν σημαντικός, θα είχες μείνει.
Αν δεν ήσουν, τότε μάθε να ζεις με αυτό.
Αλλά μην κρατάς χαραμάδες ανοιχτές για να έχεις επιλογές.
Γιατί κάποια μέρα, όταν γυρίσεις, θα βρεις την πόρτα κλειστή.
Και τότε θα καταλάβεις ότι η πιο μεγάλη σου ήττα, ήταν πως έχασες κάποιον που σε περίμενε.
