Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια, από την πρώτη τους συνάντηση κι εκείνος θυμάται ακόμα τι φορούσε εκείνη στο πρώτο τους ραντεβού.
Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια κι είναι ακόμα εδώ. Στο “εδώ τους”, που ποτέ δεν του έδωσαν κάποιο όνομα, ποτέ δεν του έβαλαν ταμπέλα.
Τότε, εκείνη ήταν πρωτοετής φοιτήτρια κι εκείνος είχε περάσει τα πρώτα – άντα.
Τότε, ζούσαν στην ίδια πόλη τις διαφορετικές τους ζωές. Τώρα, ζουν σε διαφορετικές πόλεις τις διαφορετικές τους ζωές κι ενώ ποτέ δεν υπήρξαν μαζί, παραμένουν μαζί. Παραμένουν εδώ, σαν να μην τους χωρίζουν αυτά τα πεντακόσια χιλιόμετρα. Στα τόσα χρόνια, οι συναντήσεις τους είναι λίγες κι ακόμα λιγότερες οι φορές που έκαναν έρωτα. Δεν έκαναν ποτέ, τίποτα απ’ αυτά που συνηθίζουν να κάνουν τα ζευγάρια. Δεν πήγαν ποτέ σινεμά, δεν βγήκαν ποτέ για φαγητό…
Έκαναν όμως κάτι, που εκείνη μέχρι και σήμερα, δεν έχει καταφέρει να κάνει με κανέναν άλλον. Κοιμήθηκαν μαζί. Στο ίδιο κρεβάτι, σκεπασμένοι με το ίδιο σεντόνι, που είχε πλέον τη μυρωδιά και τον ιδρώτα και των δύο. Εκείνος την κρατούσε αγκαλιά, σφιχτά κι εκείνη κοιμήθηκε. Κοιμήθηκε στ’ αλήθεια. Βαθιά. Κανονικά. Κοιμήθηκε σαν να κοιμόταν από πάντα στην αγκαλιά του. Όταν ξύπνησε, τον είδε να κάθεται στον καναπέ.
Του χαμογέλασε και μπήκε βιαστικά στο μπάνιο. Όταν βγήκε, της είχε ήδη έτοιμο τον καφέ της. Ήπιε μερικές γουλιές, έκανε ένα τσιγάρο κι ύστερα από λίγα λεπτά είχε βρεθεί ξαπλωμένη στον καναπέ, έχοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της.
Έκαναν έρωτα ξανά. Σαν να ήταν η πρώτη και η τελευταία τους φορά. Άλλωστε, έτσι έκαναν έρωτα κάθε φορά. Ήξεραν πάντα πως η επόμενη φορά θ’ αργήσει πολύ. Θα περάσουν κι άλλα χρόνια που θα βλέπονται μόνο μέσω Skype. Όταν τελείωσαν, κι αφού για λίγα λεπτά είχαν είχαν νιώσει πως ξορκίζουν την απόσταση, ντύθηκαν. Εκείνος πήρε τη βαλίτσα της, μπήκαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς το αεροδρόμιο. Εκείνη έφευγε πάλι. Κι ενώ δεν ήξεραν πότε θα βρεθούν ξανά, δεν ηταν λυπημένοι.
Είχαν μάθει τόσα χρόνια να ζουν έτσι. Να ζουν, χωρίς να ξέρουν πότε θα ξανασυναντηθούν, αλλά έχοντας πάντα την πίστη πως θα συναντηθούν ξανά. Ήξεραν ότι θα περάσουν αρκετοί μήνες σιωπής. Μήνες που δε θα ανταλλάξουν ούτε ένα μήνυμα,όμως ούτε αυτό τους στενοχωρούσε. Δεν της είχε πει ποτέ ότι την αγαπάει, ούτε της είχε μιλήσει ποτέ για έρωτα. Όμως, έρωτα της έκανε και μ’ έρωτα την κοιτούσε πάντα. Κι ίσως εκείνη, η αφελώς ρομαντική, να πέθαινε να τον ακούσει να της λέει έστω και μια φορά πως την έχει ερωτευτεί, όμως είχε μάθει πια να το ακούει ακόμη και μέσα από τις φαινομενικά τυπικές του “καλημέρες”.
Είχε αποδεχτεί, πως τα “μεγάλα λόγια” δε θα έβγαιναν ποτέ από τα χείλη του. Εξάλλου,ούτε εκείνη του είχε παραδεχτεί ποτέ με λόγια τον έρωτά της. “Εσύ, για μένα, είσαι εκείνος…” του έλεγε. “Κι εσύ, για μένα, είσαι εκείνη, η μόνη…” συνήθιζε να της λέει. Κι αυτό τους ήταν αρκετό.
Είναι αρκετό, για να παραμένουν στο “εδώ” τους κι απόψε.
Σε λίγες μέρες θα συναντηθούν ξανά, μετά από δύο χρόνια και ξέρουν πως θα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Κι εκείνη θα κοιμηθεί ξανά στην αγκαλιά του, και θα ελπίζει να τον ακούσει να ολοκληρώνει τη φράση του αυτή τη φορά. “Εσύ, για μένα, είσαι εκείνη. Η μόνη… που ερωτεύομαι τόσα χρόνια”.
Κι αν ούτε τώρα της το πει, εκείνη δε θα λυπηθεί γιατί θα θυμάται πάντα αυτό που της είπε τότε :”Εμείς ζούμε το δικό μας παραμύθι, κορίτσι μου…”.
