Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μέτρησα τα καλοκαίρια μας.
Τους Αυγούστους που κάποτε πιστεύαμε πως δεν θα τελειώσουν ποτέ κάπου ανάμεσα σε ταξίδια και ξενύχτια. Τις πανσελήνους που μας έκαναν να λέμε μεγάλες κουβέντες, υποσχέσεις και όρκους. Τις παραλίες που γεμίσαμε πατημασιές, σαν να είχαμε υπογράψει συμβόλαιο ότι θα επιστρέφουμε πάντα στο ίδιο σημείο, στην ίδια παραλία, στις ίδιες μυρωδιές και μνήμες.
Δεν επιστρέψαμε.
Και ξέρεις γιατί;
Γιατί οι άνθρωποι δεν χάνονται σε μια στιγμή. Φεύγουν λίγο λίγο. Με μια απάντηση που δεν ήρθε. Με μια αγκαλιά που έγινε τυπική. Με μια σιωπή που κράτησε περισσότερο απ’ όσο άντεχε η σχέση.
Κάποια στιγμή σταμάτησα να μετράω ποιος έδωσε περισσότερα. Ποιος κουράστηκε πρώτος. Ποιος ζήτησε συγγνώμη. Ποιος κατάπιε τον εγωισμό του. Είναι ο πιο θλιβερός τρόπος να αγαπάς. Να κρατάς λογαριασμό.
Κι όμως, το κάναμε.
Όχι γιατί ήμασταν κακοί άνθρωποι. Γιατί, όταν τελειώνει η αγάπη, αρχίζει η λογιστική.
Μετράς ώρες, προσπάθειες, απουσίες, λάθη. Σαν να μπορεί ποτέ ένας άνθρωπος να εξοφλήσει έναν άλλον.
Δεν μπορεί.
Γι’ αυτό ούτε μου χρωστάς κανέναν Αύγουστο.
Ούτε εγώ σου χρωστάω κανένα καλοκαίρι.
Δεν μου οφείλεις εκείνα τα ηλιοβασιλέματα. Δεν σου οφείλω τις υποσχέσεις που δίναμε ενώ πιστεύαμε πραγματικά ότι θα τις κρατήσουμε. Εκείνη τη στιγμή ήταν αληθινές. Μετά η ζωή έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Άλλαξε τους ανθρώπους.
Κι εγώ κουράστηκα να περιμένω επιστροφές. Κουράστηκα να πιστεύω ότι κάποια μέρα θα έρθει μια εξήγηση που θα ισιώσει όσα στράβωσαν. Δεν υπάρχει αυτή η μέρα.
Υπάρχει μόνο μία άλλη.
Εκείνη που στέκεσαι στην άκρη της θάλασσας και αποφασίζεις ότι δεν θα κουβαλήσεις άλλο όσα δεν σου ανήκουν.
Άφησα εκεί όλα τα ανείπωτα. Τα “γιατί”, τα “αν”, τα παράπονα, τις ενοχές, τα χρέη που εφεύραμε για να έχουμε έναν λόγο να μένουμε δεμένοι.
Τα άφησα να τα πάρει το κύμα.
Γιατί η θάλασσα έχει έναν τρόπο να ξεχωρίζει όσα αξίζουν από όσα απλώς βαραίνουν.
Κι όταν γύρισα την πλάτη, κατάλαβα κάτι που άργησα χρόνια να μάθω.
Οι άνθρωποι δεν χρωστάνε ο ένας στον άλλον καλοκαίρια.
Χρωστάνε μόνο την ειλικρίνεια να φεύγουν όταν δεν μπορούν πια να τα ζήσουν μαζί.
